Remember the Restoration?

The logic of “emergency” accompanying the policies of dealing with the crisis that we in Europe are currently experiencing is driving governments to adopt measures that bring them into opposition with the societies to and for which they are supposedly responsible. Austerity, neoliberal reforms, the dismantling of the welfare state, unemployment, the accumulation of wealth alongside impoverishment on a massive scale—all of this creates an ever-widening gap between state and civil society. On the one hand, political elites who answer to markets while ignoring society; on the other, a society (or, better, whatever is left of society after its transformation into a hopeless mass of consumers) that is struggling to regain its political role. A neoliberal Europe, dominant and entrenched, seems to have locked itself up in the artificial safety of the present, ostentatiously turning its back on the prospect of the future and of hope.

This situation presents certain features that resemble a similar situation two centuries ago. Of course the analogy cannot be entirely complete. But let us concentrate on the actual process of transition from one model for Europe, which at a particular historical moment seems to dominate, to another, which at the same historical moment seems implausible. Let us focus on the stances various historical actors take with regard to this sort of transitional time.

In 1815 Napoleon was defeated at Waterloo, and with him whatever was left of the ideals of the French Revolution. The monarchies which were now restored promised to guarantee peace and security for a Europe wearied by lengthy wars. The “Holy Alliance,” the secret agreement between Russia, Austria and Prussia (with the later accession of Great Britain and France) made it clear that they would use any means at their disposal to fight revolutionary and liberal ideas and to establish a new status quo in Europe. Everything had to resemble the pre-Revolution situation. The “Metternich system” (named after the powerful Foreign Minister of Austria) thus initiated what was perhaps the most reactionary and anachronistic period of modern European history, what we call the Restoration. The Europe of the “Holy Alliance” became synonymous with absolute monarchy, counterrevolution and anti-constitutionalism, with strict surveillance and censorship, military repression and violence. It became synonymous with states’ blindness to the needs of civil society, to the new conditions that history had created.

The transition from the Europe of the “Holy Alliance” to the Europe of nation-states, constitutionalism and liberalism, didn’t happen from one day to the next. It was a fermentation of ideas and revolutionary movements that lasted upwards of thirty years. The first indication of the need to create an alternative paradigm for Europe were the revolutionary movements of 1820-21 in Spain, Italy and Greece. These were suppressed by the direct military intervention of European powers. The only revolution that survived was the one in Greece, raising a storm of support among intellectuals and the liberal portions of European society. The second wave of revolutions occurred in 1830-31. This time the epicenter was France, but the events set off a chain reaction that spread through much of Europe. The third and last wave of uprisings was in 1848. With the possible exception of Greece, participation in these movements never happened on a massive scale: led at first by the Carbonari and other members of secret societies, they later were joined by the liberal classes of the military, and finally were embraced by intellectuals, students and other political activists. Nor were the revolutionaries’ claims—national self-determination and the drafting of a constitution—met at once. But a dynamic was created that in the end forced the states to take matters into their own hands and, in the course of a few years, overturn the artificial order which they themselves had created.

But what was the attitude of the intellectual and political classes of the time toward these events? I believe that we can distinguish between three forms of reactions during that period of transition: a) some (the so-called “reactionaries”) defended the status quo tooth and nail, either because they were ruled by an instinctual antirevolutionary sentiment, or because they hadn’t realized that the world was changing, or because they had linked their interests and indeed their entire worldview to a world that was slowly dying; b) others (the so-called “conservatives” or “moderates”) saw that the world was changing, but wanted to make sure that change would not take place via a total revolution or overthrow of order, but through gradual reforms and through the guarantee of education, a stance that presupposed their tacit cooperation with the old regime; and lastly c) still others (the so-called “radicals” or “revolutionaries”) believed that the only force pushing history ahead was radical revolution and coordinated action, which is to say the solidarity of the people across nations.

At any rate, 1820-21 marked the beginning of the end for the Restoration system. As much as the Europe of the “Holy Alliance” seemed like the only way, as much as the phantoms of the French Revolution and its Napoleonic transmutations still haunted the nightmares of people, as much as hope had been submerged under the guise of order and security, the Europe of the peoples managed to emerge victorious in the struggle against the Europe of Metternich, and the governments were finally forced to reckon with the needs of the societies they were called on to govern. The immobility imposed by the Restoration could not hold back a dynamic society, which first through tiny cracks, and later through the transformation of ideas, finally allowed history to move forward. Not always of course with the expected results. Let’s not forget that most of the revolutionaries of the nineteenth century died in the bitterness of defeat. They saw their ideas becoming reality in the hands of others, and often with a meaning that was different from or even entirely opposite to the meaning they themselves had given them.

This, however, was how the old Europe foundered and a new one emerged. And this is how the Europe of today, too, will be forced to give up her detached role, to come down off the stage and meet her people. We have yet to see the results of this meeting.

*Konstantina Zanou is a historian, and visiting fellow at New York University.

Published in Naked Punch 

Ποιος θυμάται την Παλινόρθωση;

Της Κωνσταντίνας Ζάνου

Η λογική της «έκτακτης ανάγκης» που συνοδεύει τις πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης που διανύουμε σήμερα στην Ευρώπη οδηγεί τις κυβερνήσεις στην υιοθέτηση μέτρων που τις φέρνουν αντιμέτωπες με τις κοινωνίες. Η λιτότητα, οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, η διάλυση του κράτους πρόνοιας, η ανεργία,  ο συσσωρευμένος πλούτος και η μαζική φτωχοποίηση, όλα αυτά δημιουργούν ένα συνεχώς διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα σε κράτος και κοινωνία. Από τη μια, πολιτικές ελίτ που απαντούν στις αγορές αγνοώντας την κοινωνία, από την άλλη, μια κοινωνία (ή καλύτερα ό,τι έχει απoμείνει από την μετατροπή της σε μια απέλπιδα μάζα καταναλωτών) που μάχεται να ανακτήσει τον πολιτικό της ρόλο. Μπροστά σε ένα κόσμο που σταδιακά καταρρέει, η νεοφιλελεύθερη Ευρώπη, κυρίαρχη και παγιωμένη, μοιάζει να ‘χει κλειδαμπαρωθεί στην επίπλαστη ασφάλεια του παρόντος, γυρνώντας επιδεικτικά την πλάτη στην προοπτική του μέλλοντος και της ελπίδας.
Η συγκυρία αυτή παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε μια ανάλογη συγκυρία δυο αιώνες πριν. Η κλίμακα των αναλογιών δεν μπορεί, βέβαια, να είναι πλήρης. Ας επικεντρωθούμε όμως στην καθαυτό διαδικασία μετάβασης από ένα μοντέλο για την Ευρώπη, που σε μια δεδομένη στιγμή φαντάζει κυρίαρχο, σε ένα άλλο, που την ίδια εκείνη στιγμή φαντάζει απίθανο. Ας εστιάσουμε στον τρόπο που οι διάφοροι ιστορικοί παράγοντες τοποθετούνται απέναντι στον μεταβατικό χρόνο.
Το 1815 ο Ναπολέοντας ηττούνταν στο Βατερλό, και μαζί του ό,τι είχε απομείνει από τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης. Οι ανορθωμένες πλέον μοναρχίες υπόσχονταν να επαναφέρουν την ειρήνη και την ασφάλεια στην ταλαιπωρημένη από τους πολύχρονους πολέμους Ευρώπη. Η «Ιερά Συμμαχία», η μυστική συμφωνία ανάμεσα στην Ρωσία, την Αυστρία και την Πρωσία (με την προσχώρηση αργότερα και της Μ. Βρετανίας και Γαλλίας), διαβεβαίωνε ότι θα καταπολεμούνταν με κάθε τρόπο οι επαναστατικές και φιλελεύθερες ιδέες και θα εγκαθιδρύονταν ένα νέο στάτους κβο στην Ευρώπη. Τα πάντα έπρεπε να μοιάζουν με την προ-της-Επανάστασης κατάσταση. Το «σύστημα του Μέττερνιχ» (από το όνομα του παντοδύναμου υπουργού Εξωτερικών της Αυστρίας) εγκαινίασε έτσι την πιο αντιδραστική και αναχρονιστική ίσως περίοδο της νεώτερης ευρωπαϊκής ιστορίας, την εποχή της Παλινόρθωσης. Η Ευρώπη της «Ιεράς Συμμαχίας» έγινε συνώνυμη με την απόλυτη μοναρχία, την αντεπανάσταση και τον αντισυνταγματισμό, την αυστηρή επιτήρηση και τη λογοκρισία, την στρατιωτική καταστολή και τη βία. Έγινε συνώνυμη με την τυφλότητα των κυβερνήσεων απέναντι στις ανάγκες της κοινωνίας, απέναντι, εντέλει, στις νέες συνθήκες που παράγει η ιστορία.
Η μετάβαση από την Ευρώπη της «Ιεράς Συμμαχίας» στην Ευρώπη των εθνικών κρατών, του συνταγματισμού και του φιλελευθερισμού, δεν έγινε από την μια μέρα στην άλλη. Ήταν μια ζύμωση ιδεών και επαναστατικών κινημάτων που διήρκεσε περίπου μια τριακονταετία. Πρώτη εκδήλωση της ανάγκης δημιουργίας ενός εναλλακτικού παραδείγματος για την Ευρώπη ήταν τα κινήματα του 1820-21 στην Ισπανία, στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Αυτά καταστάληκαν με την άμεση στρατιωτική επέμβαση των Ευρωπαίων εταίρων. Το μόνο που γλύτωσε ήταν το ελληνικό, ξεσηκώνοντας θύελλα συμπαράστασης στις φιλελεύθερες τάξεις της ευρωπαϊκής κοινωνίας και διανόησης. Το δεύτερο κύμα επαναστάσεων συνέβη το 1830-31. Επίκεντρο αυτή την φορά ήταν η Γαλλία, αλλά τα γεγονότα αγκάλιασαν αλυσιδωτά μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Το τρίτο και τελευταίο κύμα αλυσιδωτών εξεγέρσεων ήταν το 1848. Αν εξαιρέσουμε ίσως την Ελλάδα, η συμμετοχή σε αυτά τα κινήματα δεν ήταν ποτέ μαζική: αρχικά διακινήθηκαν από τους καρμπονάρους και άλλα μέλη μυστικών εταιριών, αργότερα προσχώρησαν σε αυτά οι φιλελεύθερες τάξεις των στρατιωτικών, τέλος αγκαλιάστηκαν από τους διανοουμένους, τους φοιτητές και άλλους πολιτικούς ακτιβιστές. Ούτε τα αιτήματα των επαναστατών –εθνική αυτοδιάθεση και σύνταγμα – δεν ικανοποιήθηκαν αμέσως. Δημιουργήθηκε όμως μια δυναμική που ανάγκασε τελικά τα ίδια τα κράτη να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και να ανατρέψουν, μέσα σε λίγα χρόνια, την επίπλαστη τάξη που τα ίδια είχαν δημιουργήσει.
Ποια ήταν όμως η στάση της τότε διανοητικής και πολιτικής ελίτ απέναντι στα γεγονότα; Θα μπορούσαμε, νομίζω, να διακρίνουμε τρία ήδη τοποθετήσεων σε εκείνη την μεταβατική εποχή: α) υπήρχαν όσοι υπερασπίζονταν το στάτους κβο μετά μανίας, είτε διότι διακατέχονταν από ενστικτώδη αντεπαναστατισμό, είτε διότι δεν συνειδητοποιούσαν ότι ο κόσμος άλλαζε, είτε διότι είχαν συνδέσει τα συμφέροντα και ολόκληρη την κοσμοθεωρία τους με τον κόσμο που αργοπέθαινε (οι λεγόμενοι «αντιδραστικοί») ∙ β) υπήρχαν αυτοί που έβλεπαν ότι ο κόσμος άλλαζε, αλλά ήθελαν να διασφαλίσουν ότι αυτή η αλλαγή δεν θα γίνει μέσα από την πλήρη ανατροπή ή την επανάσταση, αλλά μέσα από βαθμιαίες μεταρρυθμίσεις και μέσα από τα εχέγγυα της παιδείας, πράγμα που προϋπέθετε τη σιωπηλή τους συνεργασία με το παλαιό καθεστώς (οι λεγόμενοι «συντηρητικοί- μετριοπαθεις»)∙ γ) υπήρχαν, τέλος, όσοι πίστευαν πως η μόνη δύναμη που προωθούσε την ιστορία ήταν η ριζική ανατροπή και η συντονισμένη δράση, η αλληλεγγύη δηλαδή των λαών (οι λεγόμενοι «ριζοσπάστες- επαναστάτες»).
Πάντως, το 1820-21 σήμανε την αρχή του τέλους του συστήματος της Παλινόρθωσης. Όσο κι αν η Ευρώπη της «Ιεράς Συμμαχίας» φάνταζε μονόδρομος, όσο κι αν τα φαντάσματα της Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεόντειων μεταλλάξεων της στοίχειωναν ακόμα τους εφιάλτες των ανθρώπων, όσο κι αν η ελπίδα είχε καταπλακωθεί κάτω από το πρόσχημα της τάξης και της ασφάλειας, η Ευρώπη των λαών κατάφερε να αναδυθεί νικήτρια στην διαμάχη της με την Ευρώπη του Μέττερνιχ, και οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν τελικά να συντονιστούν με τις ανάγκες των κοινωνιών που καλούνταν να κυβερνήσουν. Η ακινησία που επέβαλε η Παλινόρθωση δεν μπόρεσε να συγκρατήσει μια δυναμική κοινωνία, η οποία μέσα από μικρές ρωγμές στην αρχή, μέσα από την μετατροπή των ιδεών ύστερα, άφησε τελικά την ιστορία να κυλήσει. Όχι πάντοτε βέβαια με τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Ας μην ξεχνάμε πως οι περισσότεροι επαναστάτες του δεκάτου ενάτου αιώνα πέθαναν τελικά με την πίκρα της ήττας. Είδαν τις ιδέες τους να πραγματοποιούνται σε χέρια άλλων, και πολλές φορές με νόημα διαφορετικό ή εντελώς αντίθετο από αυτό που οι ίδιοι τους είχαν προσδώσει.
Κάπως έτσι όμως έδυσε τότε η παλιά Ευρώπη και αναδύθηκε μια καινούργια. Κάπως έτσι,  και σήμερα, θα αναγκαστεί η Ευρώπη να απεκδυθεί τον αποστασιοποιημένο της ρόλο και να κατέβει απ’ τη σκηνή για να συναντήσει τους λαούς της. Το αποτέλεσμα της συνάντησης μένει ακόμα να το δούμε.

The Congress of Vienna under the Leadership of Clemens Prince von Metternich (1814-15)

Δημοσιεύτηκε στο MONO magazine. Επαναδημοσίευση στο


SPACES OF (RE-)APPROCHEMENT : Old Movements and New in the Buffer Zone 
Saturday, May 26, 2012, 18:30
'Irini' Cultural Center – Ledras/ Lokmaci Crossing, next to the Buffer Zone

The formation and activities of the ‘Occupy the Buffer Zone’ movement (OBZ), as well as the violent eviction from the squatted building, open a range of issues that require discussion and consideration. This public discussion aims to continue the dialogue as well as opening newtopics for consideration on the Buffer Zone bringing together old and new activists of the Buffer Zone.
  • What is the framework that created this radicalized movement?
  • Is OBZ relevant to other social movements unfolding at the moment, or have unfolded in the past?
  • In what ways is OBZ connected to space in walled Nicosia?
  • What allowed the articulation of common ideas between G/Cs and T/Cs activists in the context of OBZ?
  • Is there a genealogy of the rapprochement movement, and, if so, how has it evolved? 
  • What are the conceptualizations and reconceptualizations of the Buffer Zone?


Niyazi Kizilyurek, Beran Djemal, Kostis Ahniotis, Gregoris Ioannou, Seta Astreou, 
Pafsanias Karathanasis, Rahme Veziroglou and Marios Michaelides

The discussion will be held in English and is affiliated to the Theseus Street Festival Theseus Street Festival (25 - 26/05/12). 
The festival is taking place along and at different locations of Theseus Street, within the walls of Nicosia.

A suggested €1 donation will help us cover venue expenses.

Organizers: Antonis Hadjikyriacou, Constantina Zanou, Despo Pasia

Κάτι γίνεται στην Λευκωσία. They “Occupy the Buffer Zone”!

Της Κωνσταντίνας Ζάνου

Η λέξη “Occupy” ηχεί βαριά στα αυτιά των Κυπρίων. Για τους Ελληνοκύπριους, αλλά και για πολλούς Τουρκοκύπριους, “occupation” σημαίνει “στρατιωτική κατοχή”. “Turkish occupation forces” είναι – στο ελληνοκυπριακό πολιτικό λεξιλόγιο – το επίσημο όνομα για τα τουρκικά στρατεύματα στην Κύπρο. Εδώ και τρεις μήνες όμως η λέξη έχει αρχίσει να αποκτά ένα καινούργιο νόημα, ένα νόημα εντελώς αντίθετο. “Occupy Nicosia”/“Occupy the Buffer Zone” έχουν ονομάσει το κίνημα τους όσοι άνθρωποι αποφάσισαν να καταλάβουν τον χώρο της Νεκρής Ζώνης, δηλώνοντας έτσι την αντίθεσή τους στα νομιμοποιημένα συστήματα βίας που βρίσκουν την έκφραση τους τόσο στο τοπικό όσο και στο παγκόσμιο επίπεδο. Για πρώτη φορά ίσως στην κυπριακή ιστορία ο όρος “occupation” κατοικείται από έννοιες που φέρουν θετικό και ανατρεπτικό πρόσημο: αποστρατικοποίηση, ενοποίηση, κοινωνική ισότητα, αλληλεγγύη.
Η "Νεκρή Ζώνη" στο κέντρο της Λευκωσίας

Η Νεκρή Ζώνη: από πέρασμα σε πλατεία

«Συγγνώμη για την ενόχληση, αλλά προσπαθούμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο» γράφει μια αυτοσχέδια πινακίδα που έχει αναρτηθεί πίσω από το ελληνοκυπριακό φυλάκιο στο πέρασμα από την οδό Λήδρας στην οδό Locmaci στο κέντρο της Λευκωσίας. Το φυλάκιο αυτό ελέγχει την διακίνηση σε ένα από τα λιγοστά σημεία διέλευσης που ενώνουν τη νότια πλευρά της Κύπρου με την βόρεια. Ανάμεσα σε αυτό και στο αντίστοιχο τουρκοκυπριακό φυλάκιο, μεσολαβεί ένα διάστημα 200 περίπου μέτρων που είναι ο χώρος ελέγχου των Ηνωμένων Εθνών, η λεγόμενη «Νεκρή Ζώνη». Από το 2008, οπότε και άνοιξε για πρώτη φορά το σημείο αυτό του οδοφράγματος, ξεκίνησαν και τα έργα ανάπλασης του περάσματος. Τα εγκαταλελειμμένα από το 1963 κτήρια που περιβάλλουν τις δύο πλευρές του δρόμου έχουν αποκτήσει νέες και απαστράπτουσες προσόψεις, ενώ οι διαχωριστικοί διάδρομοι που κατευθύνουν την πορεία Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων δια μέσου του οδοφράγματος οριοθετούνται από προσεκτικά τοποθετημένες ανθοφόρες γλάστρες.

Την «τακτοποιημένη» αυτή εικόνα βάλθηκε τώρα να ανατρέψει το κίνημα “Occupy the Buffer Zone”. Γιατί η κατοίκηση και επανανοηματοδότηση του χώρου της «κατοχής/occupation» που επιχειρεί το κίνημα δεν είναι μόνο μεταφορική, είναι και κυριολεκτική. Τα καθέτως στο πέρασμα παρατεταγμένα αντίσκηνα, το αυτοσχέδιο σαλονάκι από ανακυκλωμένα έπιπλα, ένα αναδιπλωμένο τραπέζι φορτωμένο με φαγητά και υγρά, ένα υπαίθριο γκάζι για το φαγητό, ένα βαρέλι για την εστία φωτιάς, και βεβαίως τα αμέτρητα συνθήματα σε τοίχους, πινακίδες και πανό (γραμμένα σε ελληνικά, τουρκικά και αγγλικά, ή ακόμα σε υβριδική τουρκο-ελληνική ιδιόλεκτο), όλα αυτά συνθέτουν ένα καινούργιο σκηνικό, πρωτόγνωρο για τα δεδομένα μιας στρατιωτικής ζώνης, έστω κι αν αυτή είναι μια ζώνη κατάπαυσης του πυρός. Ο χώρος κατοικείται. Όχι μόνο από φαντάσματα, αναμνήσεις ή φόβους, αλλά από ανθρώπους που συζητούν, τραγουδούν, γελάνε, μοιράζονται ζεστή σούπα και αλκοόλ. «Ένα από τα μεγαλύτερα πρακτικά και θεωρητικά διλήμματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε αυτή τη στιγμή ως κίνημα – διαβάζουμε σε ένα από τα κείμενά τους – έχει να κάνει με το εξής: πώς θα μπορέσουμε να επιτύχουμε δια μέσου της στατικής κατάληψης της ‘νεκρής ζώνης’ να αμφισβητήσουμε, από τη μια, τα όρια δικαιοδοσίας των παρατεταγμένων δυνάμεων και την κάθετη λογική της διαίρεσης του χώρου· από την άλλη, πως θα επαν-ενεργοποιήσουμε έναν de jure χώρο μετακίνησης σε μια de facto πλατεία». Το πέρασμα έχει μετατραπεί λοιπόν σε πλατεία και η Νεκρή Ζώνη από χώρος διαχωρισμού γίνεται χώρος συνάντησης. 

Απόψεις από τον χώρο της κατάληψης

Αιτήματα, τοπικά και παγκόσμια

Ποιοι είναι όμως αυτοί οι άνθρωποι και τι ζητάνε; Πρόκειται για μια ρευστή και ετερόκλητη ομάδα ατόμων, νεαρής κυρίως ηλικίας. Είναι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, αλλά και άλλοι, ακτιβιστές από κάθε γωνιά της γης, μέλη οι περισσότεροι της παγκόσμιας κοινότητας του κινήματος no-global – λίγη σημασία έχει η εθνικότητα. Προσέρχονται εδώ, όχι ως οργανωμένα σύνολα, αλλά ως άτομα, που συσκέφτονται όμως συλλογικά και αποφασίζουν συναινετικά μέσα από γενικές συνελεύσεις. «Έχουμε καταλάβει τον χώρο της Νεκρής Ζώνης – διαβάζουμε στο διακηρυκτικό τους κείμενο – για να εκφράσουμε με την σωματική μας παρουσία την κοινή επιθυμία μας για επανένωση και να σταθούμε αλληλέγγυοι στο παγκόσμιο κίνημα αγανάκτησης που προκαλείται από την αποτυχία του παγκόσμιου συστημικού παραδείγματος. Θέλουμε να προωθήσουμε την κατανόηση του τοπικού μας προβλήματος εντός του παγκόσμιου αυτού πλαισίου και να δείξουμε έτσι πως το Κυπριακό Πρόβλημα δεν είναι παρά μόνο ένα σύμπτωμα από τα πολλά του αρρωστημένου συστήματος». Είναι επομένως ένα κίνημα που παντρεύει το τοπικό με το παγκόσμιο, που προσπαθεί να απαντήσει συγχρόνως σε προβλήματα εθνοτικού/ταυτοτικού χαρακτήρα, κυρίαρχα στο τοπικό επίπεδο, και σε προβλήματα κοινωνικού/οικονομικού χαρακτήρα, κυρίαρχα στο παγκόσμιο.
Άποψη από τον χώρο της κατάληψης με στρατιώτες του Ο.Η.Ε.

Οι ρίζες του κινήματος

Το “Occupy the Buffer Zone” είναι σίγουρα ένα κίνημα με έντονα διεθνικά στοιχεία. Από την άλλη, έχει, κατά την άποψή μου, ρίζες σε συγκεκριμένες κυπριακές παραδόσεις πολιτικού και διανοητικού ακτιβισμού, ακουμπάει δηλαδή στις πλάτες μιας γενεαλογίας συμβάντων που έλαβαν χώρα στο τοπικό επίπεδο την τελευταία εικοσαετία. Η πρώτη είναι η παράδοση του αναστοχασμού γύρω από τη Νεκρή Ζώνη, η διαδικασία δηλαδή μέσα από την οποία η Νεκρή Ζώνη, από χώρος  εθνικιστικής διεκδίκησης και αντιπαράθεσης, έγινε χώρος θεωρητικού στοχασμού. Αυτή η παράδοση θα λέγαμε πως ξεκινάει με το ντοκιμαντέρ-ορόσημο των  Πανίκκου Χρυσάνθου και Niyazi Kizilyurek «Το τείχος μας» (1993), βρίσκει τη συνέχειά της στο εξαιρετικά πετυχημένο βιβλίο του κοινωνικού ανθρωπολόγου Γιάννη Παπαδάκη «Η ηχώ της Νεκρής Ζώνης. Οδοιπορικό στη διαιρεμένη Κύπρο» (2005), ενώ φτάνει μέχρι τις μέρες μας με τη δημιουργία του «Σπιτιού της Συνεργασίας», ενός πολιτιστικού πολυχώρου εντός της Πράσινης Γραμμής που διοικείται από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, μέλη του «Ομίλου Ιστορικού Διαλόγου και Έρευνας». Η παράδοση αυτή έφερε στο προσκήνιο ερωτήματα σχετικά με την φυσική και συμβολική διάσταση της Νεκρής Ζώνης και αποπειράθηκε, μέσα από την κατοίκηση και αμφισβήτηση των χρονοτόπων της, να την μετατρέψει από «Νεκρή» σε «Ζωντανή».

Το δεύτερο γεγονός, πιστεύω, πάνω στο οποίο ακουμπάει το κίνημα είναι σίγουρα η επανοικειοποίηση, την τελευταία πενταετία τουλάχιστον, της παλιάς πόλης από ομάδες νέων ανθρώπων. Η επανεκτίμηση του κέντρου της Λευκωσίας από κάποιους καλλιτέχνες πρώτα και από κάποια παιδιά με μετα-υλιστικές ανησυχίες ύστερα, όπως και η έντονη κοινωνικοποίηση των μεταναστών στον συγκεκριμένο χώρο, οδήγησε σε ένα ξαναζωντάνεμα των κάποτε εγκαταλελειμμένων «μεθοριακών» αστικών περιοχών. Οι ίδιοι πάνω-κάτω άνθρωποι που ανέδειξαν τον δημόσιο αστικό χώρο σε αξία, είναι αυτοί που ενεργοποιούνται τώρα στη Νεκρή Ζώνη, επανεντάσσοντάς την έτσι οργανικά στην υπόλοιπη πόλη. Από αυτή την άποψη λοιπόν, ο χώρος της κατάληψης θα μπορούσε να ειδωθεί ως προέκταση των επαναδραστηριοποιημένων πλατειών της παλιάς Λευκωσίας.

Τέλος, η πιο σημαντική αναφορά του “Occupy the Buffer Zone” είναι, νομίζω, ο κυπριακός αντιεξουσιαστικός χώρος∙ πιο συγκεκριμένα είναι η σύμπραξη του χώρου αυτού με το δικοινοτικό μέτωπο.

Η ριζοσπαστικοποίηση του δικοινοτικού μετώπου

Από το 2000 και εξής, ο ελληνοκυπριακός τουλάχιστον αντιεξουσιαστικός χώρος φάνηκε αρκετά επιφυλακτικός απέναντι στον δικοινοτικό αγώνα, επιδεικνύοντας μια σχετική αδιαφορία για την συζήτηση περί Κυπριακού. Ο λόγος ήταν η φιλελεύθερη και οικονομικίστικη τροπή που οι άνθρωποι του χώρου αυτού έβλεπαν να παίρνει, από την δεκαετία του ’90 και μετά, το δικοινοτικό μέτωπο. θεωρούσαν πως η μαζικοποίηση του δικοινοτικού αιτήματος και η σύνδεσή του με μια μερίδα της φιλελεύθερης και νέο-φιλελεύθερης Δεξιάς, οδηγούσε ταυτόχρονα σε μια εκποίηση του ριζοσπαστικού του χαρακτήρα. Κατά την άποψη των περισσότερων ατόμων που κινούνται στον χώρο αυτό, το πείραμα αυτό απέτυχε ή τουλάχιστον δεν αποδείχτηκε αρκετό για την δημιουργία ενός μακρόπνοου οράματος επανένωσης. Σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός ατόμου από τον χώρο, «οι ελπίδες που γεννήθηκαν με το άνοιγμα του οδοφράγματος της οδού Λήδρας/Locmaci και η διακίνηση από εκεί εκατοντάδων ανθρώπων καθημερινά δεν ήταν αρκετή για να βγει το Κυπριακό από τον φαύλο κύκλο. Αυτό είναι πρωτίστως μια ήττα της φιλελεύθερης αντίληψης που έλεγε ότι το Κυπριακό θα λυθεί εύκολα αν αναπτυχθεί η οικονομική συνεργασία των δύο πλευρών. Το “κάθε εμπόριο για καλό” διαψεύστηκε περίτρανα. Η στασιμότητα των συνομιλιών επίλυσης, η οποία θα έφερνε και την οριστική ενοποίηση της πόλης και της χώρας, επαναφέρει στο προσκήνιο των συζητήσεων την ανάγκη να συνδεθεί και πάλι το κίνημα επανένωσης με τα ριζοσπαστικά του χαρακτηριστικά».

Το “Occupy the Buffer Zone” επαναφέρει λοιπόν στον δικοινοτισμό τον ριζοσπαστικό του χαρακτήρα. Η ριζοσπαστικοποίηση αυτή είναι εμφανής και στον τρόπο που αντιμετωπίζεται από το κίνημα ο συμβολικός και ουσιαστικός ρόλος των Ηνωμένων Εθνών. Ενώ το παραδοσιακό δικοινοτικό μέτωπο αντιμετωπίζει τους «κυανόκρανους» ως δυνάμει συμμάχους, οι περισσότεροι –όχι όλοι – από τους συμμετέχοντες στο “Occupy the Buffer Zone” θεωρούν πως ο Ο.Η.Ε. δεν είναι παρά μόνο ένας ακόμη στρατός, όχι μια «δύναμη ειρήνης», αλλά μια δύναμη που αντανακλά τις ισορροπίες του status quo, συντελώντας έτσι στην συντήρησή τους.

Συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με όλα αυτά, δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός πως εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα συμπίλημα διαφορετικών παραδόσεων, τοπικών και παγκόσμιων, που βρίσκουν την έκφρασή τους στην δράση νέων ανθρώπων, ανθρώπων απαλλαγμένων τόσο από τα βαρίδια της εθνικής ιδεολογίας όσο κι από τις υποσχέσεις της ύστερης καπιταλιστικής κοινωνίας. Σε μια ανάρτηση στο πορτάλ του κινήματος – που έγινε με αφορμή την κατάληψη ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου στη Νεκρή Ζώνη και την μετατροπή του σε χώρο προβολής ταινιών, οργάνωσης εκθέσεων και άλλων εκδηλώσεων – διαβάζουμε: «Οι bufferers (όλοι αυτοί που αποκαλέστηκαν τεμπέληδες, χίπηδες και κατακάθια της κοινωνίας) οραματίζονται τον πιο προοδευτικό και περιεκτικό πολυχώρο τέχνης, κουλτούρας και σκέψης στην Κύπρο. Αντιθέτως, οι πολιτικοί που μας τάιζαν την καραμέλα του οικονομικού “θαύματος” της Κύπρου μετά το ’74 και οι “ειρηνοποιοί” διαμεσολαβητές, στάθηκαν ανίκανοι να οραματιστούν, πόσο μάλλον να προωθήσουν, μια πραγματικά κοινωνική και δημοκρατική πρωτοβουλία η οποία θα στόχευε στην καλλιέργεια της ενοποιητικής, αντί-δικοινοτικής ιδέας».

Κάτι γίνεται λοιπόν στην Λευκωσία. No bullshit.

*Δημοσιεύτηκε στο MONO magazine (13/3/2012)

Per la versione italiana clicca qui

The Patriotism of the Expatriates - Part B


Diasporas and national consciousness between Europe, the Mediterranean and beyond in the long 19th century

[History Conference, Part B]

Cyprus Center for European and International Affairs – University of Nicosia, Cyprus &

Queen Mary, University of London

18 February 2012, University of Nicosia,  

2nd Floor Conference Room – Main Building


9:30- 10:00
Welcome note & Introductory remarks:

Nicos PERISTIANIS (University of Nicosia)
Maurizio ISABELLA (Queen Mary, University of London)

10:00- 10:40

Chair: Emilios SOLOMOU (CCEIA - University of Nicosia)

Artan PUTO ("Marin Barleti" University, Tirana), The idea of nation in the writings of Sami Frasheri and Faik Konitza

Vaso SEIRINIDOU (University of Athens), Between nation and empire: Balkan intellectuals in the Habsburg Monarchy, late 18th - 19th c.


Coffee break

Chair: Daphne LAPPA (EUI, Florence & AHDR, Cyprus)

Dominique Kirchner REILL (University of Miami), Exiled or Homeward Bound? The Slippery case of Place in the Era before Nation States

Antonio D’ ALESSANDRI (Università Roma Tre), Historical Nation vs. Ethnic Nation: Romanian and Hungarian exiles in Western Europe after 1849






“EXPATRIATES” Project –  Presentation of research results:
Konstantina ZANOU (IPE & CCEIA - University of Nicosia) 

Antonis LIAKOS (University of Athens)
Maurizio ISABELLA (Queen Mary, University of London)


ARTAN PUTO, The idea of nation in the writings of Sami Frasheri and Faik Konitza
The paper will explore the idea of nation in the writings of Shemseddin Sami Frashëri and Faik Konitza. Both authors are held to be among the most important figures of the Albanian National Movement (1878-1912). Shemseddin Sami Frashëri (1850-1904) lived and worked most of his life time in Istanbul and he was an important Ottoman and a modernist Turkish intellectual, but at the same time one of the leading figures of the Albanian nationalism of the late nineteenth century. I will try to explain the coherence of this triple “identity” by putting him in the post-Tanzimat Ottoman political and cultural context, but also taking into account the raising trajectory of Balkan nationalisms. Faik Konitza (1876-1942) was another important Albanian nationalist intellectual of late nineteenth century and the final phase of the National Movement of early twentieth century, who spent most of his time in the West and later in the USA. He is mostly known as the publisher of one of the most important magazines of the time “Albania” (1897-1909), and as one of the most active Albanian intellectuals of his generation to have laid the foundation of the modern Albanian language. My paper will focus on the way these authors imagined a modern Albanian “nation” by emphasizing the differences as related to different context where they lived and worked.

VASO SEIRINIDOU, Between nation and empire: Balkan intellectuals in the Habsburg Monarchy, late 18th - 19th c.
The private library catalogue of a minor Greek scholar living in Vienna in the turn of the 18th to the 19th century served here as impetus for reflecting about “major” and “minor” intellectual scenes in the age of the Enlightenment as well as about the “centers” and the “peripheries” of the national literary canons.
As organic intellectual of the Greek entrepreneurial diaspora in the Habsburg empire, Dimitrios Darvaris, belongs among those scholars whose traces did not survive in the national historic memory. With his work concentrated on the field of textbooks and children literature, Darvaris did not participate in the debate of the “major” Greek intellectual scene of his time, a fact that anticipated his marginal position within the Greek national literary canon.
Using the library catalogue as source for tracing knowledge production and communication, this paper proposes an inverse perspective in viewing Darvaris’ work. It relocates the latter from the periphery of the Greek major intellectual scene and the margins of the literary canon, to the center of a smaller community of scholars engaged in matters of Greek-speaking education in the Habsburg empire; it reevaluates it as the Greek-speaking contribution to the broader intellectual project that developed in the Habsburg empire with the participation of scholars from different ethnic groups, aiming at the standardization of the linguistic education in a time, when language was becoming the basic ingredient for the creation of national identities.

DOMINIQUE KIRCHNER REILL, Exiled or Homeward Bound? The Slippery case of Place in the Era before Nation States
With the new transnational turn, scholars of nationalism have looked to the experience of the physical displacement of activists and intellectuals as a prime means to reassemble the international circulation of ideas. For, after all, Herder wrote some of his most stimulating work while sailing across the North Seas. Mazzini scribbled and debated in England longer than he ever resided in Italy. Kossuth spent over half of his life everywhere but Hungary. Mickiewicz attracted world attention not from the medieval burgs of Lithuania, but from the Parisian university podiums. Garibaldi regularly fell off the peninsular grid, explaining the global commemorations of his stays in New York City, Taganrog (Russia), and Garibaldi (Brazil). Scholars of exile have given us the necessary reminder of how transnational nationalism was (and is). However, much remains unclear in trying to ascertain the contours of exile. Though there can be no doubt that travel and living “abroad” informed the shape and texture of nineteenth‐century activists’ ideas and the strategies they chose to make their ideas real, what remains unclear is how far “home” and “away” really extended in a world of mini‐city‐states, broad continental (and transoceanic) empires, tariff unions, and the introduction of railways and steamships. If you are exiled from Florence and move to Nice in 1840, to what extent can and should your experiences be compared with those of Mazzini, Kossuth, Mickiewicz, or Garibaldi? Did the Risorgimento activist Niccolò Tommaseo’s periods of exile in Corfu and Corsica, where he lived out two of his exiles in order to feel closer to his adopted homeland Italia and his boyhood homeland Dalmatia, signify a profoundly different sort of experience than that of the journalist and political activist Pacifico Valussi, who wandered between Friuli, Trieste, Venice, and Milan? By comparing the experiences of Tommaseo and Valussi ‐‐ two friends, collaborators, and outspoken advocates for a greater Adriatic multi‐national regionalism – I will examine the perplexities of what we mean by exile, home, and abroad and their influence on national thought.

ANTONIO D’ALESSANDRI, Historical Nation vs. Ethnic Nation: Romanian and Hungarian exiles in Western Europe after 1849
The aim of this paper is to investigate how Romanian and Hungarians exiles, after the revolutions in their homeland during the ‘Spring of Nations’, have discussed and quarrelled with each other about the events of 1848-49. Through the dispute about the Transylvanian question, it will be pointed out how differently the Romanian and Hungarian exiles conceived their own national identity through the opposition between historical and ethnic rights. These debates, developed in France and England, were influenced by western European ideologies and prominent politicians and intellectuals of different countries, such as the Italian Giuseppe Mazzini in the framework of the Central European Democratic Committee

He is currently adjunct professor of history in the Faculty of Political Sciences of Roma Tre University where he obtained (2006) a PhD in history of political thought. He has been postdoctoral fellow (2008-2009) of the Institute of Modern and Contemporary History (IHMC) at the École normale supérieure of Paris. He is also Secretary of the Italian Association of South-East European Studies (AISSEE). His main research interests concern the contemporary history of the Balkans.

Maurizio Isabella is Senior Lecturer in Modern European History at Queen Mary, University of London. He studied Italian literature and Modern History at the University of Milan. He then went on to take a Masters? degree in European Studies at Sidney Sussex College, Cambridge, where he also obtained his doctoral degree in 1998. After a stage at the European Commission, Maurizio worked for five years in Brussels, first as Assistant to the Secretary General of UNICE, the representation of European Industry to the European Institutions, and then as consultant and political analyst advising companies and trade associations on European policies. In 2004 he visited CRASSH, the Centre for the Research in the Arts, Social Sciences and Humanities at Cambridge University, and has been Research Fellow at Birkbeck College, London, where he has taught Modern European History. In 2006, he held the Stanley J Seeger fellowship with the Program in Hellenic Studies, Princeton University. His research focuses on the political thought and the intellectual and cultural history of the Risorgimento. He is particularly interested in the study of international intellectual history in the nineteenth century, and in the relationship between European and Italian political thought and nationalism. His book Risorgimento in Exile, published by Oxford University press in 2009, studies exile in early nineteenth century as an intellectual experience, and assesses early Italian liberalism and patriotism as part of transatlantic and pan-European ideological currents.

Daphne Lappa was born in Athens, Greece. She obtained her undergraduate degree in Early Modern and Modern History at the University of Crete, Rethymno. She then attained the MA Programme in Early Modern Greek History at the University of Athens and also earned an MA at the European University Institute of Florence. Daphne is currently completing her PhD at the Department of History and Civilization of the European University Institute in Florence. Her doctoral project addresses the issue of religious conversion and the relationship amongst Jews, Christians and Muslims in the Mediterranean at the age of Enlightenment. She has research experience in the fields of social, cultural and urban history and has worked extensively with archival material of diverse periods and nature.

Antonis Liakos (1947) is professor of contemporary history and history of historiography at the University of Athens, chair of the Board of the International Commission for History and Τheory of Historiography (2010-2015) and managing editor of Historein. His last book is Apocalypse, Utopia and the Formation of National Consciousness (Athens, Polis, 2011).

Nicos Peristianis is President of the Council of the University of Nicosia and, until recently, President of the Cyprus Sociological Association. He holds a Doctorate in Sociology from Middlesex University, UK. He is Managing Editor of The Cyprus Review, a bi-annual refereed journal which focuses on social, economic and political issues pertinent to Cyprus. He recently co-edited the books Divided Cyprus: Modernity, History, and an Island in Conflict (Indiana University Press, 2006) and Britain in Cyprus: Colonialism and Post-Colonialism (Bibliopolis, 2006). His research interests include nationalism, ethnic conflict, and identity formation.

Artan Puto studied history at Tirana University (1988) and completed his Master Degree in History at Central European University Budapest (CEU, 1995). He holds a PhD from the Department of History and Civilization of the European University Institute of Florence (EUI, 2010) on the subject The Idea of Nation during the Albanian National Movement, 1878-1912. He is currently working as a history professor at the Department of Political Sciences at "Marin Barleti" University of Tirana.

Dominique Reill studied at UC Berkeley, Universita' di Bologna, Columbia University in New York, and the Filozofski Fakultet in Zagreb. She holds a Ph.D. (2007) from Columbia University in Modern European History. Her first book, titled Nationalists Who Feared the Nation: Adriatic Multi-Nationalism in Habsburg Dalmatia, Trieste and Venice, was published with Stanford University Press in 2012. She is currently an Assistant Professor at the University of Miami (Florida) where she is working on her next book-length manuscript tentatively titled Rebel City: Fiume's Challenge to Wilson's Europe, 1918-1922.

Emilios Solomou is the Vice-President for Administration of the University of Nicosia and faculty member of the Department of European Studies and International Relations. He started his career at the English School Nicosia, where he served as a History teacher, Head of the History Department, Senior Teacher, Deputy Head Teacher and Acting Head Teacher. Since 2000, he has been teaching Cyprus History on the M.A. in International Relations Programme, and Cyprus History and History Teaching Methodology on the B.A. in Primary Education programme at the University of Nicosia. He has participated in many seminars and conferences on the Theory, Methodology and Teaching of History, as well as on Conflict Resolution, and made presentations on the Teaching of History. He has also contributed to a number of European projects with emphasis on ethnicity and co-operation. Emilios Solomou is a Fellow of the Historical Association of Great Britain and has been an active member of many Professional Associations and Organizations in Cyprus, the UK and the USA.

Lecturer in Modern Greek History in the Department of History and Archeology/ University of Athens. She wrote her PhD Thesis on the history of the Greek diaspora in Vienna during the 18th and the first half of the 19th century. Her interest has been concentrated on various aspects of the Greek migration in the Habsburg Empire as well as on the on the history and historiography of migration and diasporas. She has published one book (in Greek) and several articles in Greek, German, and English. Her second book “The laboratory of the scholar. Scholarly production and communication in the Age of the Enlightenment through an early 19 th century library catalogue” is forthcoming in 2012 (in Greek). Current research fields: intellectual history, environmental history

Konstantina Zanou studied Modern History at the University of Athens, Birkbeck College of London, École Normale Supérieure de Paris and Scuola Normale Superiore di Pisa. She holds a Ph.D. (2007) from the University of Pisa – title: Expatriate intellectuals and national identity: Andrea Mustoxidi in Italy, France and Switzerland (1802-1829). She is also holder of the European Doctorate in the Social History of Europe and the Mediterranean (2007). She is currently a Postdoctoral Fellow (Research Promotion Foundation of Cyprus/“DIDAKTOR” Programme), affiliated as a researcher to the University of Nicosia, Cyprus.