Ο Γκουρογιάννης απ’ την «καλή» κι απ’ την «ανάποδη»

Από την Κωνσταντίνα Ζάνου

Βασίλης Γκουρογιάννης, Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2009, σελ. 447

«Πρέπει όλοι οι σκελετοί Τούρκων και Ελλήνων να δουν το φως. Δεν μπορεί κάποιος να κοιμάται ήσυχος με σκελετούς κάτω από το κρεβάτι», γράφει ο Βασίλης Γκουρογιάννης (σ. 278). Το μυθιστόρημά του "Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή" λειτουργεί, όντως, σαν εκσκαφέας. Ένας εκσκαφέας μνήμης που βάλθηκε να κυλήσει πάνω σε ένα έδαφος ολισθηρότατο. Το βιβλίο του ήρθε να ταράξει τα νερά σε ένα ζήτημα-ταμπού της ελληνικής και της κυπριακής ιστορίας. Ο Γκουρογιάννης τολμά ν’ αγγίξει το «ανέγγιχτο», εδώ και 35 χρόνια, θέμα των Ελλήνων που πολέμησαν στην Κύπρο κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της εισβολής.
Ο ήρωας του μυθιστορήματός του, ένας πετυχημένος δικηγόρος, που καταφέρνει για χρόνια να κρύβει επιμελώς –ακόμα κι από τον ίδιο του τον εαυτό– τη συμμετοχή του στα γεγονότα του 1974 στην Κύπρο, ξυπνάει από τον πολύχρονο λήθαργό του όταν του συμβαίνει ένα απρόοπτο περιστατικό. Μια μέρα, παίρνοντας το τρένο να γυρίσει στο σπίτι του, τον πλησιάζει ένας ζητιάνος και, αγκαλιάζοντάς τον, του ψιθυρίζει στ’ αυτί: «Σειρούλα! Γλύτωσες; Το πόδι, το πόδι…». Σοκαρισμένος από αυτή την απρόσμενη «επίθεση», ο δικηγόρος αφήνει το βαγόνι και με μουδιασμένα τα σαγόνια καταφέρνει να ψευδίσει: «Θεέ μου, ποιος είναι; Ποιος θα μιλήσει για το δικό μας Βιετνάμ;». Η δυσωδία του ζητιάνου αρχίζει σταδιακά να μπλέκεται με τη δυσοσμία που αναδίδουν οι δικές του ξεχασμένες και πρόχειρα κουκουλωμένες πληγές. «Τότε ήταν που αντιλήφθηκα», ομολογεί ο δικηγόρος, «πώς μυρίζουν οι ζωντανοί νεκροί. Αφόρητα, αφόρητα!». Έτσι λοιπόν αποφασίζει να αναμετρηθεί με το παρελθόν του. Συστήνει ένα σύλλογο βετεράνων και τους προτρέπει, μέσα από τη διοργάνωση ενός ταξιδιού στην Κύπρο και ενός συνεδρίου, να κάνουν το ίδιο: «Γίνεται όπως με τις πληγές», τους λέει στην εισαγωγική του ομιλία, «αν δεν τις αφήσεις να τρέξουν το αίμα τους και τις ράψεις στα γρήγορα, κρατάς στο σώμα φυλακισμένα τα μικρόβια του τετάνου κι άλλα βακτήρια, που με τον καιρό σε διαλύουν. Αυτό συνέβη σε πολλούς από μας, γι’ αυτό ας έχετε το θάρρος να ανοίξετε εκ νέου τις πληγές και να φύγει όσο αίμα και όσα δάκρυα όφειλαν να φύγουν από ποτέ» (σ. 117).
Ο Γκουρογιάννης καταφέρνει να ξεδιπλώσει με μαεστρία τις μαρτυρίες των ελλήνων βετεράνων του 1974 και να αναδείξει την πολυπρισματικότητα ενός θέματος που, ακόμα και στις σπάνιες περιπτώσεις που συζητείται, προεξοφλείται με εύκολους αφορισμούς. «Εμείς ήμασταν η ντροπή της Ελλάδας», ομολογεί ένας απ’ τους ήρωες του βιβλίου του. «Ήμασταν οι χουντικοί, ήμασταν οι ανεπιθύμητοι, ήμασταν αυτοί που πήγαμε να πολεμήσουμε τον Μακάριο και βρεθήκαμε αντιμέτωποι με Τούρκους χωρίς να το περιμένουμε και να το πολυκαταλάβουμε». Για να συνεχίσει: «Τι υπερασπιζόμασταν στην Κύπρο; Τον ελληνισμό ή τη χούντα των συνταγματαρχών; Ποιος μας καθοδήγησε εναντίον ποιου πρέπει να υψώσουμε το όπλο;» (σ. 172). Πράγματι, αυτό που μοιάζει να εισηγείται ο συγγραφέας είναι ότι, αν εξαιρέσουμε τους υψηλόβαθμους στρατιωτικούς, οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους περίπου 2.000 έλληνες στρατιώτες που βρέθηκαν στην Κύπρο το 1974 «πολέμησαν χωρίς να γνωρίζουν τον εχθρό τους» (σ. 333). Και όχι μόνο: όσοι στάλθηκαν στην Κύπρο, με απόφαση που εξέδωσε η χούντα στις 21 Ιουλίου, όσοι δηλαδή αποτελούσαν το μοναδικό τάγμα πεζικού και της μοίρας καταδρομέων που στάλθηκε πρόχειρα, παρά την άρνηση των συνταγματαρχών (αλλά λόγω της επιμονής του Ιωαννίδη και της πίεσης που ασκούσε ο Σαμψών), ίσως να ήταν και οι λιγότερο ευνοούμενοι του καθεστώτος, αφού ουσιαστικά στέλνονταν σε μια επιχείρηση αυτοκτονίας. Το αν αληθεύουν αυτές οι υποθέσεις ή όχι εναποτίθεται, βέβαια, στην έρευνα των εξειδικευμένων στο θέμα ιστορικών. Μια έρευνα που πρέπει ακόμα να γίνει.
Η αλήθεια είναι πως το μυθιστόρημα του Γκουρογιάννη επιδέχεται πολλαπλές και αντιφατικές μεταξύ τους αναγνώσεις. Είναι το πρώτο βιβλίο που συναντώ, το οποίο διαβάζεται τέλεια κι απ’ την «καλή» κι απ’ την «ανάποδη». Όλα εξαρτώνται από την οπτική γωνία του αναγνώστη και από το ιδεολογικό του οπλοστάσιο, από το τι, με λίγα λόγια, θεωρεί ο ίδιος ο αναγνώστης ως «καλή» και τι ως «ανάποδη». Θα ήθελα, λοιπόν, σε ένα πρώτο στάδιο, να επισημάνω τα στοιχεία αυτά από το βιβλίο που ανταποκρίνονται στη δική μου «καλή» και, που γι’ αυτόν τον λόγο, θεωρώ πολύτιμα. Στη συνέχεια, θα διατυπώσω σε μορφή ερωτημάτων ό,τι μου παρουσιάζεται μέσα στο βιβλίο ως μέρος μιας «ανάποδης» ανάγνωσης και τα οποία, επομένως, θεωρώ προβληματικά.
Αρχίζω λοιπόν απ’ την «καλή» και στέκομαι στα τέσσερα κυριότερα σημεία μέσα από τα οποία το βιβλίο αυτό με έκανε κατά τι πλουσιότερη:

1. Πρόκειται, πιστεύω, για ένα έργο που καταδεικνύει πως ο πραγματικός πόλεμος ξεκινά μετά τη λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων. Αυτός ο πόλεμος, μας λέει ο συγγραφέας, λαμβάνει χώρα στο πεδίο της μνήμης και της ιστορίας, εκεί όπου τα λόγια μάχονται με τη σιωπή, οι υπόγειες ερμηνείες με τις επίσημες αφηγήσεις, οι ατομικές αλήθειες με τα εθνικά στερεότυπα: «Το πρόβλημα δεν είναι η ψύξη του μυαλού [κατά τη διάρκεια του πολέμου], είναι η απόψυξη, που κρατάει χρόνια», διαβάζουμε κάπου μέσα στο βιβλίο (σ. 264). Και αλλού: «Ένα δίδαγμα, ένα συμπέρασμα σχετικό με την ιστορία, το οποίο μάλλον αντέχει στο χρόνο, δεν είναι ο κόπος να τη μάθεις αλλά να την ξεμάθεις. Δεν εννοώ ασφαλώς να την ξεχάσεις, ούτε να την αγνοήσεις […] Είναι σαν ένα στραβοπιασμένο κάταγμα που όταν θρέφει πρέπει να το ξανασπάσουμε για να κολλήσει σωστά» (σ. 156).

2. Θεωρώ ιδιαίτερα αποκαλυπτικό τον παραλληλισμό ανάμεσα στην εμπειρία των αμερικανών στρατιωτών από τον πόλεμο του Βιετνάμ και στα βιώματα που είχαν οι έλληνες στρατιώτες κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο της Κύπρου. Ο Γκουρογιάννης, με άλλα λόγια, μας αναγκάζει να αντικρίσουμε την ύπαρξη ενός «ελληνικού Βιετνάμ», μας καλεί να αναμετρηθούμε με μια ανοιχτή πληγή της ελληνικής ιστορίας, που έκλεισε πρόχειρα και καταχωνιάστηκε όπως όπως στην αποθήκη της συλλογικής μας συνείδησης. Μας προειδοποιεί πως οι κοινωνίες που αρνούνται να ανοίξουν τα τραύματά τους, να τα φροντίσουν και να τα καθαρίσουν, παθαίνουν σύντομα γάγγραινα και οδηγούνται προς το θάνατο.

3. Απ’ την άλλη, το βιβλίο αυτό πιστοποιεί την αμφιθυμία που αναπτύσσουν συνήθως οι άνθρωποι απέναντι στα τραύματα του παρελθόντος τους. «Εμείς δεν θέλουμε ούτε να ξεχάσουμε ούτε να θυμηθούμε ούτε να μάθουμε ούτε να γιατρευτούμε», λέει κάποια στιγμή ένας από τους ήρωες, «εμείς έχουμε πάθει μια μακροχρόνια φαγούρα από τις πληγές μας. Μας αρέσει, σαν τους λεπρούς, να ξυνόμαστε, να γδερνόμαστε. Έχουμε νευρολογική εξάρτηση από τις πληγές μας» (σ. 139). Πιστεύω πως ο συγγραφέας αποδεικνύεται ιδιαίτερα αριστοτέχνης στην ανάδειξη ενός κοινωνικού φαινομένου που αγγίζει τα όρια της διαστροφής. Αναφέρομαι, βέβαια, σε αυτό που ο Φρόυντ αποκαλεί «ηθικό μαζοχισμό», στο φαινόμενο δηλαδή όπου οι άνθρωποι αναζητούν για τον εαυτό τους τη θέση του θύματος με σκοπό να δομήσουν την ταυτότητά τους. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ο πόνος ανάγεται σε νομιμοποιητικό στοιχείο της ατομικής, αλλά και της συλλογικής, ύπαρξης.

4. Τέλος, νομίζω ότι, παρ’ όλο που πολλές φορές φαίνεται πως ο συγγραφέας συμπαθεί τους ήρωές του, εντέλει δεν προσπαθεί να τους δικαιώσει. Σκοπός του πιστεύω είναι να καταγγείλει τον πόλεμο εν γένει. «Νιώθετε εθνική υπερηφάνεια για την ανάμειξή σας στα πολεμικά γεγονότα της Κύπρου;», ρωτάει ένας ιστορικός τον βασικό ήρωα του έργου. «Κανένας δεν βγαίνει από τον πόλεμο περήφανος», του απαντά εκείνος, «απλώς οι άλλοι τον δοξάζουν για τα κατορθώματά του, εξαιτίας των οποίων αυτός χάνει για πάντα τον ύπνο του. […] Ο πόλεμος είναι μια παλαίστρα με σκατά. Όσες αρωματικές δάφνες κι αν στρώσεις από πάνω, η σκατίλα δεν φεύγει. Την έχεις για πάντα στα ρουθούνια» (σ. 270).


Ας πάμε, λοιπόν, τώρα στις απορίες που μου γέννησε μια «ανάποδη» ανάγνωση του μυθιστορήματος:

1. Όπως είδαμε, το 1974 χαρακτηρίζεται ως το «ελληνικό Βιετνάμ». Ο συγγραφέας, όμως, συστήνει την προσοχή μας: ο παραλληλισμός με το Βιετνάμ αφορά αποκλειστικά και μόνο τις μετατραυματικές εμπειρίες των ελλήνων στρατιωτών. Όπως πολλοί Αμερικανοί του Βιετνάμ, έτσι και Έλληνες της Κύπρου επέστρεψαν σε μια Ελλάδα της μεταπολίτευσης και της ευφορίας με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Επιπλέον, αντίκρισαν την παγωμένη αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας, η οποία όχι μόνο δεν αναγνώρισε τον πόλεμο της Κύπρου ως τέτοιο αλλά και προχώρησε αδιάκριτα στο στιγματισμό και στην περιφρόνηση όσων είχαν συμμετάσχει σ’ εκείνα τα γεγονότα. Σύμφωνα με τον Γκουρογιάννη, όμως, η ελληνική περίπτωση διαφέρει από την αμερικανική στο εξής: «Για τους Έλληνες, η Κύπρος έχει μιαν άλλη τραγικότητα: δεν πήγαμε σε μια ξένη, μακρινή χώρα να πολεμήσουμε, στους αδελφούς μας πήγαμε, νιώσαμε εμείς οι ίδιοι την απειλή, και στο τέλος οι μάχες που έδωσαν όλα εκείνα τα παιδιά αγνοήθηκαν απ’ όλους» (συνέντευξη στον Ηλία Μαγκλίνη, Καθημερινή, 3.5.2009). Σε μια άλλη συνέντευξή του, ο συγγραφέας γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρος. Σε σχόλιο του δημοσιογράφου πως «δεν υπάρχουν Ελλαδίτες και Κύπριοι, αλλά οι Κύπριοι είναι Έλληνες, κάτι το οποίο πια αποσιωπάται από όλους», ο Γκουρογιάννης απαντά: «Δυστυχώς βλέπω τον διαχωρισμό να τον υιοθετούν ακόμα και οι Κύπριοι. Κυρίως οι νέοι, που όταν λένε Ελλάδα λες και εννοούν κάποια άλλη χώρα. Και μου κακοφαίνεται πάρα πολύ αυτό. Εγώ, όταν λέω Κύπριος, είναι όπως λέω Κρητικός, Θεσσαλός, Ηπειρώτης κ.ο.κ. […] Την Κύπρο τη θεωρώ όχι μόνο κομμάτι του ελληνισμού, αλλά τη θεωρώ και κομμάτι της Ελλάδος […] Άσχετα με το αν έχει δική της εξουσία» (συνέντευξη στον Γ. Καραμπελιά, Άρδην, τχ. 76, 2009). Την ίδια αυτή οπτική συναντάμε και στο μυθιστόρημα υπό μορφή μεταφοράς: το ακρωτηριασμένο πόδι του κεντρικού ήρωα συμβολίζει τον ακρωτηριασμό του ελληνισμού από τα γεγονότα της Κύπρου. Η απορία, λοιπόν, που μου γεννάται είναι η εξής: αν οι Κύπριοι είναι Έλληνες και η Κύπρος είναι κομμάτι της Ελλάδας, τότε οι Τουρκοκύπριοι τι είναι; Ποια είναι η θέση τους σ’ αυτή την ιστορία; Αν μείνουμε στη μεταφορά της Κύπρου ως «του ακρωτηριασμένου ποδιού του ελληνισμού», τότε μου φαίνεται πως δεν μας μένει άλλη επιλογή από το να θεωρήσουμε τους Τουρκοκύπριους απλώς τα «μικρόβια» και τα «βακτήρια» της γάγγραινας. Θέση την οποία βέβαια θεωρώ τόσο προβληματική όσο και επικίνδυνη.

2. Σε κάποιο απόσπασμα του βιβλίου, ο συγγραφέας βάζει στο στόμα του κεντρικού του ήρωα τα εξής, θυμωμένα, θα έλεγα, λόγια:

"Έλεος πια με τις αλήθειες των άλλων! Τα τελευταία χρόνια τις πιπιλάει η λογοτεχνία μας, μα τώρα άρπαξε από το στόμα της την πιπίλα η επίσημη ιστορία […] Αυτοί οι σοφοί ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και οι σπουδαίοι λογοτέχνες μας γιατί δεν έψαξαν πρώτα για τις αλήθειες των Κυπρίων, των πολεμιστών της Κύπρου, και μετά να κλάψουν για τους Σκοπιανούς, τους Τσάμηδες, τους Τουρκοκρητικούς;"(σ. 212).

Στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων σχετικά με αυτό το σημείο, και ιδιαίτερα στην πολύ εύστοχη παρατήρηση του Ηλία Μαγκλίνη της Καθημερινής ότι είναι ανεξήγητη η στηλιτευτική στάση του Γκουρογιάννη απέναντι στην τάση που επικρατεί σήμερα να μιλάμε για τα αίσχη που διαπράξαμε εις βάρος των άλλων, δεδομένου μάλιστα ότι ο ίδιος είναι ο συγγραφέας του μυθιστορήματος "Το ασημόχορτο ανθίζει" (εκδ. Καστανιώτη, 1992), ενός βιβλίου που πραγματεύεται τον αφανισμό των Τσάμηδων, ο Γκουρογιάννης απαντά: «Αυτοσαρκάζομαι είναι η αλήθεια, όμως σκεφτείτε ότι όταν εγώ έγραψα το "Ασημόχορτο" κανένας δεν μιλούσε γι’ αυτά τα πράγματα. Το ρίσκο ήταν μεγάλο, θα μπορούσε να θεωρηθεί αντεθνικό βιβλίο. Σήμερα, όλο αυτό γίνεται λίγο εκ του ασφαλούς, επικρατεί μια υπερβολή, μια μόδα που δεν ξεκινάει από κάπου βαθιά» (Καθημερινή, 3.5.2009). Και σε μια άλλη, ανάλογή του απάντηση, αναφέρει: «Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο να λέμε πράγματι τις αλήθειες των άλλων και να μην έχουμε δουλέψει τις δικές μας» (Άρδην, τ. 76, 2009). Το ερώτημά μου είναι, λοιπόν, διπλό σε αυτό το σημείο: Γιατί θεωρείται αρνητικό το γεγονός ότι έγινε λιγότερο ριψοκίνδυνο σήμερα να μιλάει κανείς για τις αλήθειες των άλλων; Γιατί ο συγγραφέας είναι δυσαρεστημένος που όλο και περισσότερος κόσμος, από τον λογοτεχνικό και τον ακαδημαϊκό χώρο, μιλάει για πράγματα που δεν κολακεύουν καθόλου την εικόνα του παρελθόντος μας; Νομίζω πως αυτό θα έπρεπε, αντίθετα, να μας προξενεί ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Είναι δείγμα μιας κοινωνίας που εκδημοκρατίζεται και αποκτά περισσότερη αυτοπεποίθηση, που αρχίζει να ψυχαναλύεται και που, σταδιακά, αποπειράται, μέσα από τις αλήθειες των άλλων, να αντικρίσει και τις δικές της οδυνηρές αλήθειες. Αυτό δεν είναι και το μεγάλο στοίχημα του βιβλίου που παρουσιάζεται εδώ;

3. Είναι κομβικός ο ρόλος μέσα στο βιβλίο ενός νεαρού ιστορικού, που καλείται να παρακολουθήσει το συνέδριο και να καταγράψει τις εμπειρίες των βετεράνων. Αυτός ο ιστορικός ονομάζεται στο μυθιστόρημα Μάριος Λιάκος, παρουσιάζεται ως σπουδαγμένος στην Οξφόρδη και «πνευματικό παιδί» του γνωστού ιστορικού Μαρκ Μαζάουερ. Ο ήρωας αυτός θα μπορούσε να παραπέμπει στον ιστορικό και καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αντώνη Λιάκο, πάντως, χωρίς αμφιβολία, παραπέμπει στη σχολή της ιστορικής έρευνας που ο Αντώνης Λιάκος ανήκει. Η πλοκή, λοιπόν, του μυθιστορήματος μας αποκαλύπτει ότι ο ιστορικός αυτός στήνει μια ίντριγκα, από την οποία καταλαβαίνουμε πως το μόνο που θέλει είναι να χρησιμοποιήσει τις μαρτυρίες των βετεράνων για να κερδίσει φήμη, δημοσιεύοντας σε έγκυρα διεθνή περιοδικά μελέτες γύρω από τα εγκλήματα πολέμου του έθνους του. Έτσι, όπως σημειώνει και η Μάρη Θεοδοσοπούλου σε μια κριτική της στην Ελευθεροτυπία (12.6.2009), «ο μυθιστορηματικός ιστορικός φτάνει στα όρια να επεμβαίνει στην “αλήθεια των βετεράνων” για να γράψει μια ευρύτερα αρεστή εκδοχή της ιστορίας προς διαπαιδαγώγηση, όχι μόνο του ελληνικού, αλλά και του παγκόσμιου κοινού». Ο συγγραφέας φαίνεται, πράγματι, να ενοχλείται από την αποστασιοποιημένη και ψυχρή ματιά της επαγγελματικής ιστορίας, χαρακτηρίζοντας σε μια συνέντευξή του τη στάση αυτή ως «παχυδερμία∙ μια παχυδερμία που όλη η γνώση εξαντλείται στο να βγει μια επιστημονική άποψη τεκμηριωμένη, χωρίς ένα πόνο πατρίδας» (Άρδην, τχ. 76, 2009). Σε έναν εσωτερικό μονόλογο του κεντρικού του ήρωα, όπου βλέπουμε να αντιτάσσεται, από τη μια, η ιστορική γνώση και, από την άλλη, η βιωματική εμπειρία, ο συγγραφέας φαίνεται να γέρνει ξεκάθαρα προς το δεύτερο. Πιο συγκεκριμένα, ο ήρωας «δεν δεχόταν να το ακούει από ανθρώπους άκαπνους που ήταν τεχνοκράτες και γραφειοκράτες της ιστορίας, που ήξεραν μόνο να πατούν το σωστό κουμπί στον υπολογιστή, να ταξιδεύουν άνετα στο ίντερνετ και να μπαινοβγαίνουν στα πάθη των ανθρώπων και των εθνών σαν να μπαινοβγαίνουν σε κινηματογράφους που παίζουν πολεμικές ταινίες…» (σ. 212). Διερωτώμαι, λοιπόν: γιατί ενοχλεί τον κ. Γκουρογιάννη η ψυχρότητα αυτή των ιστορικών; Δεν ξέρει μήπως ότι η αποστασιοποίηση από το συναίσθημα είναι ο βασικότερος κανόνας για την εγγύηση μιας οποιασδήποτε νηφάλιας, επαγγελματικής και σοβαρής ιστορικής ανάλυσης;

4. Θα ήθελα, τέλος, να κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο, που μου γεννά επίσης κάποια ερωτήματα. Ο βετεράνος δικηγόρος, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, επισκέπτεται κάποια στιγμή στην Κύπρο το σπίτι μιας παλιάς του γνώριμης. Η γνώριμή του απουσιάζει κι έτσι αυτός πιάνει κουβέντα μ’ ένα γείτονα. Ετοιμάζεται κάποια στιγμή να φύγει, όταν ο γείτονας του λέει:

"– Μη φεύγετε προτού σας κεράσομε κάτι, ένα νερό, μια μπύρα...
– Δεν ήρθα να με κεράσετε. Ήρθα να με κρεμάσετε μ’ αυτές τις ίδιες θηλειές των Άγγλων που κρέμονται ακόμη στα Φυλακισμένα Μνήματα.
– Μα τι λόγια είναι αυτά που λες, αδελφέ μας! Όλα εδώ έχουν ξεχαστεί, έχουν συγχωρεθεί τα πάντα. Οι μάνες που βάσταγαν την πίκρα, όπως οι γάτες του Αϊ Νικόλα το φαρμάκι, χάθηκαν πια. Δεν υπάρχει εδώ, στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη, κάποιος με κουράγιο να σε μισήσει, δεν υπάρχει κάποιος πρόθυμος να σε κρεμάσει. Μια απέραντη ξεγνοιασιά επικρατεί – οι ζωντανοί με τους ζωντανούς κι οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Δεν ξέρω τι σε βασανίζει, αλλά, προς Θεού, μη βασανίζεσαι.
– Μα εγώ είμαι πολεμιστής, δεν μπορώ να λησμονήσω.
– Το βλέπω. Βγάλε την περικεφαλαία σου, ρίξε χάμω την ασπίδα και κάν’ την πιατέλα να τη γεμίσουμε μεζέδες" (σ. 304).

Δεν θα αναφερόμουν σε αυτό το απόσπασμα αν δεν κινούσε σ’ αυτό την προσοχή μου μια συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα ο κ. Γκουρογιάννης στο ραδιοφωνικό σταθμό του ΡΙΚ (εκπομπή «Περίπλους», ΡΙΚ, Α΄ Πρόγραμμα, 5.11.2009) και στην οποία αναγνώστηκε το συγκεκριμένο απόσπασμα ως ενδεικτικό του κεντρικού προβληματισμού που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο. Στη συνέντευξή του, ο συγγραφέας φάνηκε να συμπαθεί τη στάση του βετεράνου παρά εκείνη του κύπριου γείτονα. Μάλιστα, συνέστησε την προσοχή μας απέναντι σε αυτή την «επικίνδυνη ξεγνοιασιά» που επικρατεί στις μέρες μας. Θα ήθελα, λοιπόν, να κλείσω την παρουσίασή μου με αυτό το ερώτημα: ποιος από τους δύο αυτούς μυθιστορηματικούς ήρωες έχει συμπεριφορά διαταραγμένη; Αυτός που πιστεύει ότι η θέση των ζωντανών είναι με τους ζωντανούς και των πεθαμένων με τους πεθαμένους και που επικαλείται τη δύναμη της συγγνώμης για να μπορέσει να προχωρήσει προς ένα καλύτερο μέλλον ή εκείνος που έχει μείνει προσκολλημένος στα μίση του παρελθόντος και αδυνατεί να ξεπεράσει το τραύμα που αυτά του προκάλεσαν;

(*) Ιδιαίτερες ευχαριστίες στη Ρένα Χόπλαρου και στον Χρίστο Ζάνο που με ώθησαν, με τα πολύ διορατικά σχόλιά τους, να διαβάσω το βιβλίο κι απ’ την «ανάποδη».
Δημοσιεύεται στο:
Athens Review of Books-
Αθηναϊκή Επιθεώρηση Βιβλίου
τχ. 2, Νοέμβριος 2009
[Κεντρική Διάθεση για Κύπρο:
I-BOOK BOOKSTORES.
Αθαλάσσης 28, Αγλαντζιά,
τηλ. 0035722462932]

"Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή"


Η ΕΘΑΛ και ο ΟΠΕΚ φιλοξενούν στη Λεμεσό τον συγγραφέα Βασίλη Γκουρογιάννη, παρουσιάζοντας το νέο του μυθιστόρημα "Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή".
Το βιβλίο παρουσιάζει η Κωνσταντίνα Ζάνου, ενώ θα μιλήσει κι ο ίδιος ο συγγραφέας.
Τεχνοχώρος ΕΘΑΛ, Λεμεσός, 5 Νοεμβρίου, 19:30

Διάλεξη από την Κωνσταντίνα Ζάνου


Η νόσος του έρωτα/The disease of love

Στέγη Σύγχρονου Χορού, Λεμεσός (Πλατεία Ηρώων, δίπλα στο Θέατρο Ριάλτο)
Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου, 20:00

Series of Lectures at Dance House Lemesos under the theme “Arts and Love”:
  1. 19 October – Dr. Yiannis Papadakis: "Romantic Love: An agelong desire or a product of Modernism?"

  2. 2nd November – Dr. Constantina Zanou: "The desease of love"

  3. 16th November – Dr Andreas Onoufriou: «Lacan other as a lost object or probably the loved other wants to tell us I don’t want you any more.

  4. 30th November – Dr. Matthias Kappler: «The afflicted lover and the beautiful beloved: love relationships in Ottoman Poetry.»

All lectures start on 8pm.


ΣΥΛΛΥΠΗΤΗΡΙΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ ΦΙΛΕ...

Είμαστε δίπλα σου και σε αγαπούμε

Οι αόρατοι άνθρωποι

Της Κωνσταντίνας Ζάνου

Το ομολογώ. Κι εγώ μερικές φορές υποκύπτω στη συνήθεια να αντιμετωπίζω κάποιους ανθρώπους ως «αόρατους». Η επιλεκτικότητα της όρασής μου οξύνεται ιδιαίτερα σε περιόδους διακοπών και ανεμελιάς. Όπως το προηγούμενο καλοκαίρι. Που πέρασα κάποιες μέρες σε ξενοδοχείο του Πρωταρά και απορροφημένη από την προσπάθεια να εξασφαλίσω τη χαλάρωσή μου, δεν έβλεπα πως γύρω μου κάποιοι άνθρωποι, στο σύνολό τους μετανάστες, δούλευαν ασταμάτητα χωρίς ούτε μια στιγμή ανάπαυσης. Δεν διερωτήθηκα τότε – ίσως και επίτηδες, για να μην ταράξω την πολύτιμη γαλήνη μου – από πού έρχονται αυτοί οι άνθρωποι, τι φέρουν μαζί τους, τι συνθήκες συνάντησαν στην Κύπρο, τι όνειρα έχουν για το μέλλον. Με λίγα λόγια, επέλεξα να μην τους βλέπω. Τους κατέστησα αόρατους για να μπορέσω απερίσπαστα να απολαύσω τις διακοπές μου.
Εκ των υστέρων ντράπηκα. Λες και το σύμπαν συνωμότησε τελευταία για να μου υποδείξει το μέγεθος του σφάλματός μου. Μια σειρά αλλεπάλληλων και, κατά τα άλλα, τυχαίων γεγονότων με έθεσαν αντιμέτωπη με τη συνείδησή μου. Πρώτα ήταν η ανακάλυψη εκ μέρους μου μιας εξαιρετικής κυπριακής ταινίας, του «Kalabush» (σενάριο Άδωνη Φλωρίδη και σκηνοθεσία του ίδιου και του Θεόδωρου Νικολαΐδη, 2002), η οποία καταπιάνεται με την ιστορία ενός παράνομου μετανάστη που τον ξεβράζει κατά λάθος η θάλασσα στις ακτές της Λεμεσού. Έπειτα, μια δεύτερη, πιο πρόσφατη ταινία ήρθε να συμπληρώσει την εικόνα: «Ο Παράδεισος στη Δύση» του Κώστα Γαβρά (2009) εξιστορεί την οδύσσεια ενός λαθρομετανάστη που ονειρεύεται να φτάσει στο Παρίσι, για να ανακαλύψει τελικά πως είχε βασίσει το ταξίδι του πάνω σε κούφιες ελπίδες.
Στη συνέχεια, ένα αφιέρωμα της εκπομπής «Έρευνα» του Παύλου Τσίμα (MEGA Ελλάδος, 10/2/2009: «Ο Κώστας Γαβράς συναντά την Κωνσταντίνα Κούνεβα») με έφερε στα βήματα της Κωνσταντίνας Κούνεβα και μου θύμισε την περίπτωση της μετανάστριας αυτής από την Βουλγαρία, που διεκδίκησε τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των συναδέλφων της, οι οποίες δούλευαν, όπως αυτή, καθαρίστριες στον Ηλεκτρικό Σιδηρόδρομο της περιοχής Αθηνών. Αποτέλεσμα της συνδικαλιστικής της δράσης ήταν η «παραδειγματική τιμωρία» της τον περασμένο Δεκέμβριο με μια δολοφονική επίθεση με βιτριόλι, από την οποία αγωνίζεται ακόμη να επιβιώσει.
Έπειτα, είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον φίλο μου Γρηγόρη Ιωάννου, ο οποίος μελετά το ζήτημα των εργασιακών σχέσεων στην Κύπρο. Ο Γρηγόρης με διαφώτισε πάνω σε διάφορα θέματα, άγνωστα προηγουμένως σε μένα: Πως οι εποχιακοί μετανάστες, που στελεχώνουν την τουριστική μας βιομηχανία (ιδιαίτερα στις περιοχές του Πρωταρά και της Αγίας Νάπας) δουλεύουν κάτω από άθλιες συνθήκες. Πως δεν εξασφαλίζονται συνήθως από κανενός είδους συμβόλαιο εργασίας. Πως οι εργοδότες τους (στην «καλή» θέληση των οποίων έγκειται το ποσό της πληρωμής τους) τους αναγκάζουν να δουλεύουν ασταμάτητα έξι μέρες τη βδομάδα για 9-10 ώρες τη μέρα (σε μια περίπτωση, μάλιστα, μια αλλοδαπή υπάλληλος ξενοδοχείου λιποθύμησε μετά από 18 μέρες συνεχούς εξαντλητικής εργασίας), πως τους στοιβάζουν σε άθλια δωμάτια όπου διαμένουν τέσσερεις-τέσσερεις και πως η διατροφή που τους υπόσχονται είναι και κακής ποιότητας και ανεπαρκής. Και βέβαια αποτρέπονται απειλητικά από το να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε συνδικαλιστική δραστηριότητα.
Το τελικό χτύπημα στη συνείδησή μου το δέχτηκα, όμως, την προηγούμενη εβδομάδα, όταν παρακολούθησα στην τηλεόραση την «επιχείρηση σκούπα» της κυπριακής αστυνομίας στην περιοχή της παλιάς Λευκωσίας. Όταν είδα τον τρόπο με τον οποίο οι αστυνομικοί μας εισέβαλλαν στα «σπίτια», τρομοκρατούσαν, συλλάμβαναν, περνούσαν χειροπέδες και τσουβάλιαζαν σε αστυνομικές κλούβες, υπό την ηδονιστική παρακολούθηση της τηλεοπτικής κάμερας, τους «μελαμψούς» κυρίως κατοίκους της πόλης μου (η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, διαμένουν νόμιμα στην Κύπρο).
Και ντράπηκα. Ντράπηκα για την αστυνομία μας και για τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Ντράπηκα για την Αριστερή μας κυβέρνηση, που δεν έπαυσε από τα καθήκοντά τους αμέσως, χωρίς δεύτερη κουβέντα, τους εγκεφάλους της ανεύθυνης και εξευτελιστικής αυτής επιχείρησης. Ντράπηκα για τον εαυτό μου που συνήθισα να βλέπω κάποιους ανθρώπους μόνο όταν αυτοί «απειλούν» την υποτιθέμενη μου ασφάλεια. Ντράπηκα, τέλος, για όλους εμάς, που επιλέγουμε να μετατρέπουμε τους κατά τα άλλα «αόρατους» αυτούς ανθρώπους σε «ηδονιστικό αντικείμενο» προς τέρψιν των ξενοφοβικών μας αισθημάτων. Σε όλους αυτούς τους μετανάστες, λοιπόν, απολογούμαι. Τέλος, νιώθω υποχρέωση να απολογηθώ προς τους δεκάδες στενούς μου συγγενείς και σε όσους άλλους Κύπριους βίωσαν τα ίδια πράγματα στην Αγγλία, την Αμερική, την Αυστραλία και αλλού, μόλις πριν από μισό αιώνα.

Η κ. Κωνσταντίνα Ζάνου είναι διδάκτωρ ιστορίας.
«Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (έκδοση Κύπρου), 4/10/2009

Άδοξα τέλη

Της Κωνσταντίνας Ζάνου

«Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κι ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη
»

Κωνσταντίνος Καβάφης, «Η Σατραπεία»

Διαβάζοντας πρόσφατα, στο βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη «Δυο Απόπειρες και μια Δολοφονία» (Λευκωσία, 2009), τα περί ζωής και θανάτου του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη, προβληματίστηκα – ανάμεσα σε άλλα – και για το θέμα του άδοξου τέλους «ένδοξων» ανδρών. Η θλιβερή κατάληξη του άλλοτε παντοδύναμου Υπουργού Εσωτερικών και Άμυνας, και συγκεκριμένα η εικόνα του νεκρού σώματός του να κείτεται σαν πεταμένο σκουπίδι στο χωράφι όπου επέλεξαν οι πρώην φίλοι και συνεργοί του να τον δολοφονήσουν, μου έφερε στο νου μια σειρά ανάλογων περιπτώσεων από την ελληνική ιστορία.
Η πιο γνωστή ιστορία «άδοξου τέλους» από την κλασική αρχαιότητα είναι αυτή που αναφέρεται στον Αθηναίο στρατηγό Θεμιστοκλή (527-461 π.Χ.). Ο άλλοτε κραταιός πολιτικός και ένδοξος ήρωας του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας, εξοστρακίστηκε από τους συμπολίτες του το 471 π.Χ., ως αποτέλεσμα της υπερβολικής δύναμης και υπεροψίας που είχε αποκτήσει. Έζησε για κάποιο διάστημα ως εξόριστος στο Άργος και μετά στους Μολοσσούς, ώσπου ανακηρύχθηκε επίσημα από τους Αθηναίους ως προδότης και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Κατέφυγε τελικά στην αυλή του Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη. Έμαθε περσικά και έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπηρετώντας τον τέως εχθρό του. Φημολογείται πως ο θάνατος του προήλθε από αυτοκτονία.
Γνωστή είναι επίσης και η ιστορία του Αθηναίου στρατηγού και πολιτικού Αλκιβιάδη (450-404 π.Χ.). Ο φιλόδοξος πρωταγωνιστής του Πελοποννησιακού Πολέμου και της Σικελικής εκστρατείας κατηγορήθηκε για τον ακρωτηριασμό των αγαλμάτων του Ερμή και, για ν’ αποφύγει τη δίκη, συνήψε τελικά συμμαχία με τους εχθρούς του Σπαρτιάτες και, με τη βοήθεια επιπλέον του Πέρση σατράπη Τισσαφέρνη, στράφηκε εναντίον της πατρίδας του. Ο θάνατος τον βρήκε κάπου στη Φρυγία, ενώ υπερασπιζόταν την οικία του βασιλιά Αρταξέρξη από δολοφόνους.
Αλλά και η νεώτερη ελληνική ιστορία έχει να παρουσιάσει δείγματα άδοξου τέλους ένδοξων ζωών. Παροιμιώδες αυτό του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Πώς πέθανε ο ήρωας της Γραβιάς; Φοβούμενος την ανερχόμενη δύναμη του πρώην πρωτοπαλίκαρου και καλύτερου του φίλου, Γιάννη Γκούρα, αποφάσισε, το 1822, να συμμαχήσει με τους Τούρκους και να στραφεί εναντίον της επανάστασης. Συνελήφθη όμως από τους άντρες του Γκούρα και φυλακίστηκε στον πύργο της Ακρόπολης. Ο Μπάμπης Άννινος, ο οποίος συνέγραψε την «Απολογία του Οδυσσέα Ανδρούτσου» (1925), περιγράφει με εξαιρετική παραστατικότητα την μεταφορά του άλλοτε ένδοξου άνδρα στην Ακρόπολη: «Ο ήρως της Γραβιάς, εις την πόλιν, ης εχρημάτισεν αρχηγός και προστάστης και εις ην ωνειροπόλησεν εν τη οργή του να εισέλθη θριαμβευτικώς ως αμείλικτος τιμωρός, εισήλθεν απεναντίας σιδηροδέσμιος, κατησχυμμένος και συντετριμμένος υπό τας ύβρεις και τους εμπτυσμούς του όχλου, οικτρόν σύντριμμα καταπεσσόντος μεγαλείου!». Το σώμα του Ανδρούτσου βρέθηκε τελικά να κείτεται νεκρό στους βράχους κάτω από τον ναό της Απτέρου Νίκης, απ’ όπου τον έριξαν οι εχθροί του αφού πρώτα τον στραγγάλισαν.
«Αληθώς, τινών των επιφανών ανδρών η τύχη παρουσιάζει ενίοτε τοιαύτας τραγικώς αλλοκότους μεταστροφάς», μας λέει ο Άννινος. Να είναι τυχαίο άραγε αυτό; Ο ίδιος αποδίδει το άδοξο τέλος του Ανδρούτσου στα ατίθασα πάθη και στο φθόνο του, όπως και «στας γνωστάς περί το σκευωρείν έξεις του». Ο Θουκυδίδης, από την άλλη, αναλύοντας την περίπτωση του Αλκιβιάδη, αναφέρεται στον υπέρμετρο πλούτο και τη φιλοδοξία του, στην υπεροψία και τον εγωισμό του. Τα χαρακτηριστικά αυτά συνοψίζει ο αρχαίος ιστορικός με την λέξη «παρανομία»: το να δίνει, δηλαδή, κανείς την εντύπωση πως είναι πέρα από τα συνηθισμένα και παραδεχτά (VI 15.4). Υπό το φως της θουκυδίδειας σοφίας ας αναλογιστούμε, λοιπόν, και τις δικές μας μικρές περιπτώσεις «ένδοξων» ανδρών με άδοξα τέλη.

Υ.Γ. Κι αφού μιλάμε για άδοξους θανάτους, μήπως ξέρετε πώς πέθανε η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα; Μια μέρα του 1825, κι ενώ ζούσε στις Σπέτσες, βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα γείτονα, τον Χριστόδουλο Κούτση, ο οποίος την κατηγορούσε ότι ο γιός της έκλεψε κι ατίμασε την κόρη του. Στην προσπάθεια της να υπερασπίσει την τιμή του γιού της (και με τη θρυλική της, φαντάζομαι, αθυροστομία), η Μπουμπουλίνα βρέθηκε με μια σφαίρα στο κεφάλι. Ατυχής παρά άδοξος, θα έλεγα, ο θάνατός της.

Η κ. Κωνσταντίνα Ζάνου είναι διδάκτωρ ιστορίας.
«Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (έκδοση Κύπρου), 27/9/2009

Μακάβριες Εξισώσεις

Της Κωνσταντίνας Ζάνου

Ο Michel Foucault, στο κλασικό πλέον άρθρο του «Τι είναι ένας συγγραφέας;» («Qu’est-ce-qu’un auter?», Gallimard, Paris, 1994), υποστηρίζει πως δεν έχει τόση σημασία το «ποιος λέει κάτι», παρά το «τι λέγεται» και υπό ποιες συνθήκες «αυτό το κάτι που λέγεται» γεννιέται, στέφεται με επιτυχία και μετατρέπεται σταδιακά σε κοινό τόπο, αποκτά, δηλαδή, τη δική του ρητορική αυτονομία και συστηματικότητα.
Σ’ αυτό λοιπόν το πλαίσιο, θα ήθελα να εξετάσω τις απαρχές ενός ρητορικού σχήματος που τυγχάνει ευρείας διάδοσης στον τόπο μας. Το ρητορικό (και, επομένως, βαθιά ιδεολογικό) αυτό σκαρίφημα έχει ως εξής: όταν μιλούμε για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από Ελληνοκύπριους εναντίον Τουρκοκυπρίων (κυρίως κατά την περίοδο ’63-’67, αλλά και το 1974) σημαίνει πως «εξισώνουμε» τα «ελάχιστα εγκλήματα που διέπραξαν κάποιοι ελαχιστότατοι αδέσποτοι ανθρωπόμορφοι Ε/κ εγκληματίες σε βάρος αθώων αμάχων Τ/κ» με τα «μαζικά και συστηματικά εγκλήματα πολέμου που η Τουρκία, διά των στρατευμάτων της, διέπραξε και διαπράττει στην Κύπρο» (δειγματοληπτικά αποσπάσματα από ένα άρθρο, το οποίο θεωρώ αντιπροσωπευτικό εκατοντάδων άλλων άρθρων και δηλώσεων που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση).
Ας εξετάσουμε τώρα υπό ποιες συνθήκες γεννήθηκε το ρητορικό αυτό σχήμα της «εξίσωσης». Μια πρόχειρη έρευνα, μου κατέδειξε ότι πρόκειται για σχετικά πρόσφατη επινόηση. Νομίζω πως αρχίζει να εμφανίζεται συστηματικά, από τον Μάρτιο του 2007 και εξής, στις στήλες κάποιων ακροδεξιών ή, εν πάση περιπτώσει, ακραία συντηρητικών εφημερίδων. Έκτοτε, έχει μετατραπεί σχεδόν σε «κοινό τόπο» και έχει εισχωρήσει στην επιχειρηματολογία της μεγαλύτερης πλειοψηφίας των δημοσιογράφων, των πολιτικών, αλλά και των απλών πολιτών. Γιατί όμως εμφανίζεται τότε;
Το 2007 ήταν μια σημαδιακή χρονιά στην πορεία αυτοσυνειδησίας της ε/κ κοινότητας. Η επαναδραστηριοποίηση της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων (ΔΕΑ) άρχισε σταδιακά, από τον Ιούλιο του 2007 και εξής, να αποκαλύπτει μια όψη της ιστορίας που τρόμαζε πολλούς από μας. Οι εκταφές λειψάνων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που αγνοούνταν από το ’63-’64 και από το ’74 μας καλούσε να αντιμετωπίσουμε μια απλή αλήθεια, που για λόγους εθνικής προστασίας, κρατούσαμε για χρόνια βαθύτατα θαμμένη: ότι, δηλαδή, εγκλήματα δεν διέπραξαν μόνο οι Τουρκοκύπριοι και ο τουρκικός στρατός, αλλά και οι Ελληνοκύπριοι. Ολοένα και περισσότερα λείψανα Τουρκοκυπρίων ξεπρόβαλλαν από πηγάδια και μαζικούς τάφους, διεκδικώντας τη δική τους θέση στην ιστορία. Η ε/κ κοινωνία αναγκάστηκε τότε να εισέλθει σε μια περίοδο ενδοσκόπησης σε σχέση με το παρελθόν της. Άρχισαν να ακούγονται δυνατότερα πράγματα τα οποία μέχρι τότε μονάχα ψιθυριστά μπορούσαν να ειπωθούν. Έτσι, εκών άκων, αρχίσαμε να μιλάμε για τις «αλήθειες των άλλων» και για το δικό μας μερίδιο ευθύνης στην τύχη αυτού του τόπου. Μπήκαμε, δηλαδή, σε μια διαδικασία αυτοσυνειδησίας, η οποία πόρρω απέχει, βέβαια, από την ολοκλήρωση.
Κανείς απ’ όσους τόλμησαν και τολμούν να μιλήσουν για τα «αμίλητα» δεν αναφέρθηκε ποτέ σε «ζυγαριές καταστροφής» και «εξισώσεις εγκλημάτων». Οι θάνατοι, εξάλλου, δεν ζυγίζονται όπως τα πορτοκάλια. Ούτε υπόκεινται σε σύγκριση. Το επιχείρημα της «εξίσωσης» γεννήθηκε ακριβώς απ’ όσους αντιστέκονταν σε ό,τι έβλεπαν να ξεδιπλώνεται μπροστά τους ως μια άλλη εκδοχή της ιστορίας. Από όσους, δηλαδή, εκλάμβαναν και εκλαμβάνουν την ιστορική ενδοσκόπηση ως μια αόριστη απειλή.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, σαν από αμυντικό ένστικτο, οι κοινωνίες τείνουν να μεταθέτουν την ευθύνη σε κάποια «μεμονωμένα εξτρεμιστικά στοιχεία», σε άτομα που κατά κάποιο τρόπο αποτελούν «εξαίρεση» από την ιστορική πορεία της υπόλοιπης κοινωνίας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της αμυντικής στάσης αποτελεί η Γερμανία στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Η αρχική αντίδρασή της γερμανικής κοινωνίας στο σοκ που υπέστη από την αποκάλυψη του ολοκαυτώματος ήταν να αποδώσει τα πάντα στο «μεμονωμένο», «εξω-ιστορικό» και «εξαιρετικό δαιμόνιο» του Χίτλερ. Χρειάστηκαν γύρω στα τριάντα χρόνια για να μπορέσει η γερμανική κοινωνία να αποδεχτεί την οργανική σχέση που υπήρχε ανάμεσα στον Χίτλερ, την ναζιστική ελίτ και την κοινωνία ως σύνολο, και ακόμη πιο πολλά για να αναγνωρίσει ως «ευθύνη», όχι μόνο την διάπραξη και απόκρυψη των εγκλημάτων αυτών από τους άμεσα αναμεμειγμένους, αλλά ακόμα κι αυτή την αδιαφορία ή τη σιωπή της ευρύτερης κοινωνίας.
Ποιος ξέρει πόσα χρόνια θα χρειαστούν στην Κύπρο για να μπορέσουν να λεχθούν δυνατά όσα ακόμα ψιθυρίζονται για τη σχέση των «εξτρεμιστικών ομάδων» με το ίδιο το κράτος αλλά και την ευρύτερη κοινωνία, θεωρώντας την «συνυπεύθυνη» τόσο για την ιδεολογική της υποστήριξη όσο και για την παρασιώπηση ή την αδιαφορία της; (Και μην μου πείτε πως «συγκρίνω» τα ναζιστικά εγκλήματα με τα δικά μας. Αναφέρομαι στις πορείες ιστορικής αυτοσυνειδησίας των κοινωνιών και όχι στο μέγεθος των εγκλημάτων. Όπως είπαμε, τα εγκλήματα εναντίον ανθρώπινων ζωών είναι μια απόλυτη και μη συγκρίσιμη πραγματικότητα).

Η κ. Κωνσταντίνα Ζάνου είναι διδάκτωρ ιστορίας.
«Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (έκδοση Κύπρου), 20/9/2009