Η Κύπρος στο επίκεντρο παγκόσμιας συνωμοσίας!

Γράφει η Κωνσταντίνα Ζάνου

Νομίζετε πως ο λόγος που η Κύπρος υποφέρει από χρόνια ανομβρία έχει να κάνει με τα κλιματολογικά δεδομένα της περιοχής; Όχι κύριοι! Το πράσινο κόμμα της Κύπρου (Κίνημα Οικολόγων Περιβαλλοντιστών) ανακάλυψε, εν έτει 2008, πως ο πραγματικός λόγος της ανομβρίας είναι άλλος: οι Αμερικανο-Βρετανοί, από τις βάσεις του Ακρωτηρίου στην Κύπρο, βομβαρδίζουν με χημικές ουσίες τα σύννεφα πάνω από το νησί για να μη βρέχει, να καταστραφεί η οικονομία και να αναγκαστούν έτσι οι Κύπριοι να αποδεχτούν το σχέδιο Ανάν. Δεν πρόκειται γι’ αστείο. Η είδηση παρουσιάστηκε με όλη τη σοβαρότητα από τους αξιωματούχους του κόμματος αυτού, αλλά και άλλων κομμάτων, μεταδιδόταν για αρκετές μέρες στα κεντρικά δελτία ειδήσεων των κυπριακών ΜΜΕ και εισχώρησε για τα καλά στο συνειδησιακό οπλοστάσιο πολλών Ελληνοκύπριων πολιτών ανάμεσα σε όσους ψήφισαν ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του 2004.
Αυτή είναι μία μόνο από τις θεωρίες συνωμοσίας που γέννησε ο πολιτικός πολιτισμός της Κύπρου από το 1960 και εντεύθεν. Στο βιβλίο του Γιάννη Η. Ιωάννου «Θεωρία της συνωμοσίας και κουλτούρα της διχοτόμησης, Δοκίμιο για τον πολιτικό πολιτισμό της Κύπρου» παρουσιάζονται πολλά ακόμα παραδείγματα τέτοιων θεωριών. Ο Ιωάννου προβαίνει σε μια κριτική θεώρηση της πολιτικής συμπεριφοράς των Κυπρίων, εστιάζοντας την προσοχή του στα ανορθολογικά στοιχεία που στιγμάτισαν (και στιγματίζουν μέχρι σήμερα) το κυπριακό πολιτικό τοπίο. Στο στόχαστρο του συγγραφέα βρίσκεται, αφενός, ο ανορθολογισμός και ο συναισθηματισμός του πολιτικού λόγου, αφετέρου, η απορριπτική και μαξιμαλιστική ιδεολογία σε σχέση με το Κυπριακό. Είναι, δηλαδή, ένα βιβλίο που εκκινεί από μια ξεκάθαρη πολιτική θέση. Ο Ιωάννου τοποθετείται ανοιχτά, τόσο υπέρ του πολιτικού ρεαλισμού και της συμβιβαστικής λύσης στο Κυπριακό πρόβλημα, όσο και κατά της πατριωτικής πλειοδοσίας και του απορριπτισμού.

Το «απορριπτικό» και το «συμβιβαστικό» μέτωπο

Κεντρική θέση στο βιβλίο κατέχει η ιστορικο-κοινωνιολογική ανάλυση των δύο κυριότερων «σχολών» πολιτικής σκέψης γύρω από το Κυπριακό. Ο συγγραφέας μελετά τον τρόπο που διαμορφώθηκαν, από το 1960 και εντεύθεν, τα δύο μεγάλα πολιτικά μέτωπα: το ενωτικό/ελληνοκεντρικό (και μετέπειτα απορριπτικό) και το ανεξαρτησιακό/κυπροκεντικό (και μετέπειτα συμβιβαστικό). Το λεγόμενο «απορριπτικό μέτωπο» αποτελεί, σύμφωνα με τον Ιωάννου, μια μεταλλαγμένη προέκταση της ενωτικής παράταξης των χρόνων 1960-1974. Ακόμα και μετά τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, οι ενωτικοί δεν είχαν αποδεχτεί την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας ούτε το διαμοιρασμό της εξουσίας με τους Τουρκοκύπριους που αυτή συνεπαγόταν. Τόσο η ρητορική όσο και η δράση τους (που πολλές φορές ήταν ένοπλη) είχαν ως κεντρικό σύνθημα την Ένωση. Ενώ ο συγγραφέας θεωρεί πως, υπό το πλαίσιο των ιστορικών περιστάσεων της εποχής, το ενωτικό κίνημα μέχρι τις αρχές τις δεκαετίας του 1950 ήταν «δικαιολογημένο», το αίτημα για Ένωση που επιβίωσε μετά την ανεξαρτησία δεν ήταν παρά μια «ετεροχρονισμένη εμμονή». Τα γεγονότα του 1974 οδήγησαν, ωστόσο, την ιδεολογία αυτή στη χρεοκοπία. Στα αμέσως μετά την τουρκική εισβολή χρόνια, ο ενωτικός λόγος εξαφανίζεται από το πολιτικό σκηνικό για να αντικατασταθεί, σταδιακά, από μια πιο «κυπροκεντρική» και «ανεξαρτησιακή» πολιτική. Βασικοί εκφραστές της ιδεολογίας αυτής ήταν η Αριστερά (και συγκεκριμένα το ΑΚΕΛ), μια μερίδα της ανερχόμενης αστικής τάξης που είχε συνδέσει πλέον τα συμφέροντά της με την ύπαρξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, και μέρος των παραδοσιακών μακαριακών δυνάμεων.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ιωάννου, κατά τη δεκαετία του 1980 και με την ανάληψη της πρωθυπουργίας στην Ελλάδα από τον Ανδρέα Παπανδρέου, η ενωτική γραμμή στην Κύπρο αναζωογονείται σταδιακά και μπολιάζεται από τον αντιδυτικό, εθνικιστικό ριζοσπαστικό λόγο του «ανδρεοπαπανδρεϊκού» ΠΑΣΟΚ. Ο νέος αυτός εθνικιστικός λόγος τοποθετείται πλέον σε ένα αριστερό, αντιιμπεριαλιστικό πλαίσιο. Δεν αναγνωρίζεται ως η διάδοχη κατάσταση της ενωτικής παράταξης της προ του 1974 περιόδου, αλλά ως ένα κεντροσοσιαλιστικό εθνικιστικό ιδεολόγημα το οποίο, εντούτοις, έλκει στους κόλπους του και τους πρώην ενωτικούς. Κατά τη δεκαετία του 1990, το απορριπτικό ιδεολόγημα αποκρυσταλλώνεται ως ένα ελληνοκεντρικό αφήγημα που αντιτίθεται στον κυπροκεντρισμό όσων υπερασπίζονται την Κυπριακή Δημοκρατία, την επαναπροσέγγιση με τους Τουρκοκύπριους και τη λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Κομματικά, ο απορριπτισμός βρίσκει τους πιο θερμούς θιασώτες του στους πολιτικούς σχηματισμούς του λεγόμενου «κέντρου»: πρώτα, στο Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗΚΟ) και, αργότερα, στο Σοσιαλδημοκρατικό Κίνημα ΕΔΕΚ. Το 1993, τα δύο αυτά κόμματα (το πρώτο τυπικά, το δεύτερο άτυπα) συνεργάζονται με τον Δημοκρατικό Συναγερμό (ΔΗΣΥ) και εκλέγουν στην προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας τον Γλαύκο Κληρίδη. Αξίζει να σημειωθεί πως η προεκλογική εκστρατεία του συνασπισμού αυτού βασίστηκε πρωτίστως στην απορριπτική συνθηματολογία κατά των ιδεών Γκάλι και των προσπαθειών του τότε Προέδρου Γιώργου Βασιλείου (που υποστηριζόταν κυρίως από το ΑΚΕΛ) για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης στο Κυπριακό.
Η πρώτη πενταετία της κυβέρνησης Κληρίδη σηματοδοτείται από την ταύτιση του σκληρού πολιτικού λόγου του ΔΗΣΥ με την απορριπτική γραμμή που ακολουθούνταν από μια μερίδα των στελεχών του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ. Ήταν η εποχή της πολιτικής του «ενεργού ηφαιστείου», της προσπάθειας, δηλαδή, της Κυπριακής Κυβέρνησης να περάσει το μήνυμα στη διεθνή κοινότητα ότι η Κύπρος, με άλυτο το Κυπριακό, μπορούσε να μετατραπεί σε ένα ενεργό ηφαίστειο που θα απειλούσε με έκρηξη ολόκληρη την περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Στα πλαίσια αυτά, η κυβέρνηση Κληρίδη παραγγέλλει από τη Ρωσία τους περιβόητους πυραύλους S-300, αφήνοντας να νοηθεί ότι ακόμη και η στρατιωτική αναμέτρηση δεν θα έπρεπε να αποκλειστεί. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ιωάννου, η πατριωτική ρητορική αγγίζει, την εποχή αυτή, «τα όρια του εθνικού παροξυσμού». Παρά τις έντονες διεθνείς αντιδράσεις που προκάλεσε η απόφαση να εγκατασταθούν οι πύραυλοι στην Κύπρο, η προεκλογική εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές του 1998 βασίστηκε ακριβώς στην εθνικιστική ρητορική που προκαλούσε η προοπτική της δυναμικής «αμυντικής θωράκισης» του νησιού. Ακόμα και ο υποψήφιος που υποστηριζόταν από την Αριστερά, Γιώργος Ιακώβου, υποσχόταν στους ψηφοφόρους του ότι αν εκλεγόταν θα έφερνε γρηγορότερα στην Κύπρο τους πύραυλους απ’ ότι ο αντίπαλός του.
Την εκλογική αναμέτρηση του 1998 κερδίζει ο Γλαύκος Κληρίδης. Η δεύτερη πενταετία της διακυβέρνησής του θα αποδειχθεί, ωστόσο, εντελώς διαφορετική από την πρώτη. Η αποτυχία της Κυπριακής Κυβέρνησης να εγκαταστήσει στην Κύπρο τους πύραυλους S-300, σε συνδυασμό με την προοπτική ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που αρχίζει να γίνεται ολοένα και πιο ορατή, συμβάλλουν στην πολιτική μεταστροφή του Κληρίδη: ο λόγος της Κυπριακής Κυβέρνησης αλλάζει και ταυτίζεται πλέον με την πολιτική Σημίτη, η οποία υποστηρίζει την εξεύρεση μιας συμβιβαστικής λύσης στο Κυπριακό. Ταυτόχρονα, κατά τη δεύτερη πενταετία Κληρίδη αρχίζει να αναφαίνεται καθαρότερα το χάσμα ανάμεσα στα δύο βασικά στρώματα της Δεξιάς: από τη μια, η παραδοσιακή λαϊκή Δεξιά που παραμένει προσκολλημένη στα εθνικιστικά συνθήματα και στη συνωμοσιολογική/μεταφυσική πολιτική νοοτροπία, και από την άλλη, η νέα φιλελεύθερη αστική Δεξιά, της οποίας ο πολιτικός ρεαλισμός και η κοσμοπολίτικη κουλτούρα την μετατρέπουν σταδιακά σε μια από τις προοδευτικότερες δυνάμεις της κυπριακής κοινωνίας. Αυτή η Δεξιά βρίσκει τον βασικό της εκπρόσωπο πρώτα στον (ρεαλιστή πλέον) Κληρίδη και αργότερα στον πρόεδρο του ΔΗΣΥ Νίκο Αναστασιάδη.

Η κορύφωση του απορριπτισμού: το ΟΧΙ του Τάσσου

Στο μεταξύ, όπως σωστά επισημαίνει ο Ιωάννου, η πολιτική του «ενεργού ηφαιστείου» της πρώτης διακυβέρνησης Κληρίδη είχε ήδη δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα εθνικισμού και απορριπτισμού που, παρόλη τη μεταστροφή του Προέδρου, συνέχιζε να αναπτύσσεται και να κεφαλαιοποιείται από τα κόμματα του λεγόμενου «κέντρου». Με αυτά τα κόμματα θα συνασπιστεί, το 2003 και εν μέσω των συνομιλιών για τη διαμόρφωση του Σχεδίου Ανάν, το ΑΚΕΛ, για να ρίξει τον Κληρίδη και να ανεβάσει στην εξουσία τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Η πενταετία Παπαδόπουλου αποδεικνύεται ως η «χρυσή εποχή» του απορριπτισμού, της συνωμοσιολογίας και του συναισθηματισμού, με αποκορύφωμα βέβαια την περίοδο πριν και μετά το δημοψήφισμα του 2004, την επίσημη εξαγγελία του δακρυσμένου Προέδρου, την εκφώνηση του «βροντερού ΟΧΙ» στο Σχέδιο Ανάν και την επικράτηση της λεγόμενης «περιρρέουσας ατμόσφαιρας» [διαφωτιστικά για το κλίμα της περιόδου είναι τα ντοκιμαντέρ του Μακάριου Δρουσιώτη «Το Δηλητήριο» (http://www.cyprus-tube.com/el/cyprus-tube.html?catid=6) και «Η Περιρρέουσα Ατμόσφαιρα» (http://www.cyprus-tube.com/el/cyprus-tube.html?catid=6)].
Η εκστρατεία υπέρ του ΟΧΙ στο Σχέδιο Ανάν στηρίχθηκε, σε μεγάλο βαθμό, στο επιχείρημα ότι το προτεινόμενο σχέδιο καταργούσε την Κυπριακή Δημοκρατία. Με αυτό τον όρο οι απορριπτικοί εννοούν, βέβαια, την «Ελληνοκυπριακή Δημοκρατία», έτσι όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από το 1964 και εξής (με την de facto αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την κυβέρνηση λόγω της δικοινοτικής βίας, τη δημιουργία της Πράσινης Γραμμής με την κάθοδο των ειρηνευτών των Ηνωμένων Εθνών, και την καταφυγή των Τουρκοκυπρίων σε θύλακες). Άποψή τους είναι πως η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να περιμένει μέχρι τα διεθνή δεδομένα να αλλάξουν υπέρ των Ελληνοκυπρίων, ώστε να μπορεί να βρεθεί μια λύση που θα εξαναγκάζει τους Τουρκοκύπριους να ενταχθούν σε αυτήν ως μειονότητα. Διαφορετικά, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Παπαδόπουλου, το status quo είναι «η δεύτερη καλύτερη λύση για όλους». Έτσι εξηγεί, λοιπόν, ο Ιωάννου και την όψιμη υποστήριξη της ακροδεξιάς πρώην ενωτικής παράταξης αλλά και διαφόρων άλλων συνιστωσών του απορριπτικού μετώπου προς την Κυπριακή Δημοκρατία την οποία, σύμφωνα με την ακριβή του έκφραση, μέχρι το 2004, «μερικοί από αυτούς υποτιμούσαν, άλλοι την λοιδορούσαν, και αρκετοί την υπέσκαπταν και την πολεμούσαν» (σ. 34).

Το ΑΚΕΛ άμοιρο ευθυνών;

Το κλίμα φαίνεται να έχει αλλάξει με την ανάληψη της προεδρίας, το 2008, από τον υποψήφιο του ΑΚΕΛ Δημήτρη Χριστόφια. Ήδη από την πρώτη του ομιλία μετά τη νίκη του στις εκλογές, ο Χριστόφιας δήλωσε ανοιχτά τη θέλησή του να προχωρήσει σε συνομιλίες για την εξεύρεση μιας συμβιβαστικής λύσης στο Κυπριακό που θα οδηγήσει στην επανένωση του νησιού και θα επιτρέψει την ισότιμη συμβίωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Ωστόσο, βλέπουμε να επαναλαμβάνεται και σήμερα, επί προεδρίας Χριστόφια, το φαινόμενο που είχε παρατηρηθεί κατά τη δεύτερη προεδρία Κληρίδη, δηλαδή, μια έξαρση του εθνικισμού και του απορριπτισμού, παρά την ξεκάθαρη τοποθέτηση του Προέδρου στο θέμα της λύσης. Η απόφαση του ΑΚΕΛ να υποστηρίξει, το 2003, τον Τάσσο Παπαδόπουλο και τις απορριπτικές δυνάμεις, αλλά και η αρνητική του στάση στο δημοψήφισμα του 2004 (σε αντίθεση με τη θαρραλέα πολιτική τοποθέτηση του Νίκου Αναστασιάδη και της φιλελεύθερης προοδευτικής μερίδας του ΔΗΣΥ), αποτέλεσαν μπούμερανγκ τόσο για το ίδιο, όσο και γενικότερα για τη λύση του Κυπριακού. Εδώ βρίσκεται και το βασικότερο σημείο της κριτικής μου στην ανάλυση του Ιωάννου. Ενώ ο ίδιος αναφέρει, αυτολεξεί, πως «η πενταετία Τάσσου Παπαδόπουλου και η υποστήριξή του και από το ΑΚΕΛ θα συμβάλουν αποφασιστικά ώστε να αποπεριθωριοποιηθεί και να επισημοποιηθεί ένα ισχυρό πλέον απορριπτικό μέτωπο» (σ. 32), δεν προχωρά ουσιαστικά σε μια πιο ενδελεχή ανάλυση των ευθυνών του ΑΚΕΛ στην ανάπτυξη της απορριπτικής ιδεολογίας. Στις παραλήψεις του βιβλίου πρέπει να σημειώσω, επιπλέον, την απουσία αναφορών στην παραδοσιακή αριστερή συνωμοσιολογία. Για παράδειγμα, οι προσφιλείς στον επί δεκαετίες Γ.Γ. του ΑΚΕΛ, Εζεκία Παπαϊωάννου, εκφράσεις «Κακούργος ιμπεριαλισμός» και «Ξένος δάκτυλος» δεν εμφανίζονται πουθενά, ενώ τα αριστερής έμπνευσης συνθήματα «ΝΑΤΟ-ΣΙΑ-Προδοσία» και «ΕΟΚ-ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» δεν αναλύονται όσο θα έπρεπε. Οι παραλήψεις αυτές αδικούν, κατά την άποψή μου, τις ίδιες τις κριτικές ικανότητες του συγγραφέα (ο οποίος, από τις σύντομες αναφορές του, φαίνεται να έχει πλήρη επίγνωση αυτών των θεμάτων) και εμπεριέχουν τον κίνδυνο να μειώσουν τον αντίκτυπο του βιβλίου, περιορίζοντας το αναγνωστικό του κοινό μόνο σε όσους εκκινούν από μια «αριστερή» ιδεολογία.

Θεωρίες Συνωμοσίας

Η συνωμοσιολογία, ως πολιτική κουλτούρα, είναι ένα σύστημα αξιών που διαπερνά κάθετα όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς, αποτελώντας ουσιαστικά ένα φαινόμενο που βρίσκεται «πέρα από τη Δεξιά και την Αριστερά». Όσον αφορά στην Κύπρο, η νοοτροπία της συνωμοσίας είναι, σύμφωνα με τον Ιωάννου, βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής συμπεριφοράς από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ανεξαρτησίας. Τα παραδείγματα είναι πολλά, με κορυφαίο ίσως αυτό που αφορά την περίοδο γύρω από το δημοψήφισμα του 2004. Τότε ήταν που, σύμφωνα με τους δημιουργούς της «περιρρέουσας ατμόσφαιρας», διαπράχθηκε η μεγαλύτερη συνωμοσία εναντίον του «κυπριακού ελληνισμού»: το 24 % των Ελληνοκυπρίων που ψήφισαν ΝΑΙ στο σχέδιο Ανάν είχαν στην πραγματικότητα «χρηματιστεί» από τους ξένους (Αμερικανούς, Βρετανούς, την UNOPS κ.α.). Σύμφωνα με την ίδια λογική, στη «συνωμοσία εναντίον της Κύπρου» προΐσταται πάντοτε ο ΟΗΕ, ο Γενικός του Γραμματέας και ο εκάστοτε εκπρόσωπός του στην Κύπρο. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος χαρακτηρίζεται ακόμα και σήμερα ως ο «αθλοφόρος της εθνικής αξιοπρέπειας, ηγέτης του νεότερου ΟΧΙ της εθνικής αντίστασης του ελληνικού έθνους, που διέσωσε την Κυπριακή Δημοκρατία απ’ τα “μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά” των Χάνεϊ-Ανάν» (εφ. «Σημερινή», 12/10/09).
Μια από τις τελευταίες θεωρίες συνωμοσίας αφορά την κλοπή των λειψάνων του Τάσσου Παπαδόπουλου. Η εφημερίδα «Φιλελεύθερος» (4/2/10) αποκάλυψε πρόσφατα πως «πέριξ του συλημένου τάφου» του πρώην Προέδρου βρέθηκε ασβέστης «που προέρχεται από τα κατεχόμενα». Διαδόθηκε, έτσι, η είδηση πως οι κλέφτες των λειψάνων είναι Τουρκοκύπριοι. Κανείς δεν πρόσεξε, βεβαίως, πως σε αντίθεση με τη βεβαιότητα του τίτλου και του κυρίως κειμένου, το άρθρο κατέληγε με την παραδοχή: «... χωρίς όμως να αποκλείεται να είναι και τυχαία η προέλευση, καθώς τέτοια υλικά από τα κατεχόμενα μπορεί κανείς να βρει και στις ελεύθερες περιοχές»!

Ο Γιάννης Η. Ιωάννου είναι καθηγητής Γαλλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας και πρόεδρος του Τμήματος Γαλλικών Σπουδών και Σύγχρονων Γλωσσών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Όπως γράφει ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου του: «Αν και δεν προέρχομαι από τις κοινωνικές επιστήμες, εντούτοις πιστεύω πως σε ένα χώρο όπως η Κύπρος η διανόηση γενικά έχει χρέος να παρέμβει και να μελετήσει, να σχολιάσει και να αναλύσει τις κραυγαλέες μας αντιφάσεις, τις ανακόλουθες συμπεριφορές μας, την επιλεκτική μας μνήμη και το ανέφικτο των εκάστοτε στόχων μας». Το βιβλίο είναι το τέταρτο στη σειρά έργων Κύπριων συγγραφέων που εκδίδουν οι εκδόσεις Παπαζήση. Η σειρά «Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική» (υπό τη διεύθυνση του Σωτήρη Ντάλη), στην οποία ανήκει το βιβλίο, είναι αξιοπρόσεχτη για την τόλμη και τη συνέπεια με την οποία συνεχίζει να προωθεί έναν καινούργιο, πιο προοδευτικό και απαλλαγμένο από τα γνωστά κλισέ, λόγο γύρω από το Κυπριακό.

ΤΑ ΝΕΑ, Βιβλιοδρόμιο, 13 Μαρτίου 2010

Η κατοχική περίοδος πέρα απ΄ το «καλό» και το «κακό»

Της Κωνσταντίνας Ζάνου

Η κατοχική περίοδος πέρα απ’ το «καλό» και το «κακό»
«Αν χαρακτηρίσεις τους ναζιστές “κακούς”, εκεί σταματούν και τα περιθώρια της κατανόησης των πράξεών τους», δηλώνει σε μια πρόσφατη συνέντευξη του ο γνωστός ιστορικός Μάρκ Μαζάουερ. Και εξηγεί: «Οι ναζιστές αποτελούν σήμερα ένα είδος ηθικού μέτρου σύγκρισης ως ενσάρκωση του απόλυτου κακού … Προσωπικά, δεν αισθάνομαι άνετα με αυτό γιατί πιστεύω ότι μας διακρίνει σήμερα μια ροπή προς την υπερβολική ηθικολογία. Και η ηθική γλώσσα υποκαθιστά την πολιτική γλώσσα – κάτι που αποτρέπει την κατανόηση των πραγμάτων» (Συνέντευξη στον Μάρκο Καρασαρίνη, BHMagazino, τχ. 472, 1/11/2009, σ. 28-34).
Αυτό το αξίωμα πρέπει να είχε υπόψη της η βρετανίδα ιστορικός Σίλα Λεκέρ όταν συνέγραφε τη διδακτορική της διατριβή υπό την εποπτεία, ακριβώς, του Μάρκ Μαζάουερ. Αποτέλεσμα της διατριβής αυτής είναι το βιβλίο που κυκλοφορεί τώρα από τις εκδόσεις Tauris με τίτλο «Mussolini's Greek Island, Fascism and the Italian Occupation of Syros in World War II» (Το Ελληνικό Νησί του Μουσολίνι. Ο Φασισμός και η Ιταλική Κατοχή της Σύρου στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο). Το βιβλίο της Λεκέρ είναι εμφανώς επηρεασμένο από τη δουλειά του Μαζάουερ, και κυρίως από το έργο του «Στην Ελλάδα του Χίτλερ, Η εμπειρία της Κατοχής» (μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1994).
Οι προθέσεις της Λεκέρ είναι, ωστόσο, λιγότερο φιλόδοξες από αυτές του δασκάλου της. Στο έργο της, δεν επιχειρεί μια γενική ανάλυση της κατοχικής περιόδου στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας. Η έρευνά της εστιάζεται αποκλειστικά σε ένα συγκεκριμένο χωρο-χρονικό πλαίσιο: στη Σύρο κατά την περίοδο της φασιστικής κατοχής (Απρίλης 1941 – Σεπτέμβρης 1943). Όπως αναφέρει η ίδια στην εισαγωγή του βιβλίου της, η επιλογή της καθορίστηκε από τρεις κυρίως λόγους. Κατ’ αρχάς, η Σύρος διαθέτει ένα από τα πιο πλούσια και αρτιότερα διατηρημένα αρχεία για την περίοδο της Ιταλικής κατοχής – γεγονός το οποίο, αξίζει να σημειωθεί, οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στη συστηματική καταγραφή και ταξινόμησή του από τα προγράμματα της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού (υπό την εποπτεία του ιστορικού Χρήστου Λούκου).
Κατά δεύτερο λόγο, η περίπτωση της Σύρου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από ιστορικής πλευράς, τόσο λόγω του παρελθόντος της ως εύρωστης οικονομικής πρωτεύουσας των Κυκλάδων, όσο και λόγω της ιδιομορφίας της κοινωνικό-θρησκευτική σύστασης του πληθυσμού της. Η παρουσία της Καθολικής κοινότητας στο νησί δημιούργησε, πράγματι, μια πολύ ενδιαφέρουσα δυναμική, ανοίγοντας το πεδίο για τη δημιουργία, όχι μόνο διαφορετικών απαντήσεων προς τις κατοχικές αρχές κατά τη διάρκεια της υπό εξέτασης περιόδου, αλλά και διαφορετικών αναμνήσεων από τα γεγονότα κατά την μεταγενέστερη των γεγονότων εποχή. Με άλλα λόγια, η μελέτη της Λεκέρ επιχειρεί να κατανοήσει τον αντίκτυπο της Κατοχής πάνω σε κοινωνίες με έντονες ταυτοτικές διαφοροποιήσεις.
Τρίτον, πεποίθηση της Λεκέρ είναι πως η τοπική ιστορία παρέχει ένα πιο ασφαλές και καθαρό πλαίσιο για τη μελέτη των σχέσεων εξουσίας μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων. Ελάχιστα έργα, όντως, μελετούν σε τοπικό επίπεδο την κατοχή του Άξονα στην Ελλάδα. Τα περισσότερα ασχολούνται με το θέμα από μια συγκεντρωτική σκοπιά: μελετούν τους μηχανισμούς της Κατοχής και τον αντίκτυπό της στην κοινωνία από «τα πάνω». Η τοπική ιστορία μας επιτρέπει, αντίθετα, να μελετήσουμε την Κατοχή «από τα κάτω» – ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όπου η απώλεια του ελέγχου από την κεντρική κυβέρνηση και η αδυναμία της να χειριστεί την οικονομία, αλλά και να παράσχει βασικές υπηρεσίες (όπως τη διανομή φαγητού), διαμόρφωσε μια σειρά διαφορετικών τοπικοτήτων.
Ο γεωγραφικός περιορισμός του έργου της Λεκέρ αντισταθμίζεται, ωστόσο, από το θεματικό βάθος της έρευνάς της. Το βιβλίο προσφέρει, πράγματι, αν όχι μια ολοκληρωμένη, σίγουρα πολύπλευρη, προσέγγιση της περιόδου της φασιστικής κατοχής στο νησί. Το εισαγωγικό κεφάλαιο επιχειρεί μια ιστορική ανασκόπηση των συνθηκών που οδήγησαν στην κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη της Σύρου κατά τη διάρκεια κυρίως του 19ου αιώνα, και αναλύει τις σχέσεις που διαμορφώθηκαν ανάμεσα στο νησί και στην ελληνική κεντρική εξουσία στην προ του 1941 εποχή. Τοποθετώντας το ζήτημα στο ιστορικό του πλαίσιο, η συγγραφέας, προσπαθεί έτσι να κατανοήσει την καχυποψία που δημιουργήθηκε, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ανάμεσα στους Συριανούς και στο ελληνικό κράτος. Η αίσθηση της αποκοπής από την ελληνική πρωτεύουσα και της εγκατάλειψης του νησιού από το ελληνικό κράτος εξηγεί, πράγματι, το λόγο, για τον οποίο, στη Σύρο, η κεντρική εξουσία υποκαταστάθηκε τόσο εύκολα από τις τοπικές και τις κατοχικές αρχές.
Ακολουθεί μια σειρά κεφαλαίων, το καθένα από τα οποία προσεγγίζει το θέμα από μια ξεχωριστή σκοπιά. Το ιταλικό κατοχικό σύστημα διοίκησης μελετάται, από τη μια, ως μέρος του γενικότερου πολιτικού σχεδίου που ο Μουσολίνι οραματίστηκε για την περιοχή του Αιγαίου. Όπως είναι γνωστό, οι φασιστικές πολιτικές επιδιώξεις εμπεριείχαν και το όραμα της δημιουργίας μιας νέας «Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» στη Μεσόγειο (της Mare Nostrum). Στα πλαίσια αυτά, οι φασιστικές αρχές προσπάθησαν, έστω εικονικά, ν’ αποσυνδέσουν τα νησιά του Αιγαίου από την ηπειρωτική Ελλάδα, με στόχο τη δημιουργία μιας de facto κατάστασης διαχωρισμού της περιοχής από την κεντρική ελληνική κυβέρνηση και σύνδεσής της με την, υποκείμενη στους Ιταλούς, Δωδεκάνησο. Η πολιτική αυτή – που ονομάστηκε «Distacco» (δηλ. «αποκόλληση/αποσύνδεση») – ήταν, όχι μόνο ανεδαφική στο σύνολό της, αλλά και καταστροφική ως προς τις συνέπειες της για τα νησιά.
Από την άλλη, η φασιστική κατοχή της Σύρου προσεγγίζεται από την Λεκέρ και ως ένα σύστημα δομών εξουσίας που λειτούργησαν, με επιτυχία ή αποτυχία, σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον τρόπο που οι κατοχικές αρχές επιχείρησαν να γεμίσουν το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε από την απουσία ενός αποτελεσματικού τοπικού και κρατικού μηχανισμού. Έτσι, ερευνάται το έργο των φασιστικών υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας (Assistenza Civile) και οι μηχανισμοί διαχείρισης των κρίσεων από τους Ιταλούς. Όπως πολύ σωστά αναφέρει η συγγραφέας, οι Συριανοί, αποκομμένοι από την υπόλοιπη Ελλάδα, εξαρτήθηκαν τελικά από αυτές τις υπηρεσίες για την επιβίωσή τους (και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της έξαρσης του μεγάλου λιμού).
Η ανάλυση της Λεκέρ αγγίζει, επίσης, και μια σειρά άλλων θεμάτων που άπτονται της πολιτικο-κοινωνικής ιστορίας. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον τρόπο που οι κατοχικές αρχές ασκούσαν προπαγάνδα και έλεγχαν την πληροφόρηση. Η συγγραφέας θέτει ερωτήματα γύρω από την αποτελεσματικότητα της προπαγανδιστικής πολιτικής: πόσο τελικά επηρέασε τον τρόπο που οι άνθρωποι σκέφτονταν, μυώντας τους στις αρχές του φασισμού; Πώς εκδηλώθηκαν οι τοπικές αντιστάσεις στη φασιστική προπαγάνδα; Πώς κινούνταν οι υπόγειες και απαγορευμένες πληροφορίες;
Επιπλέον, η Κατοχή δεν προσεγγίζεται μόνο μέσα από τα μάτια των κατακτημένων, αλλά και μέσα από αυτά των κατακτητών. Η συγγραφέας δεν αναλώνεται στην αφοριστική καταδίκη των Ιταλών ως των «κακών κατακτητών». Αντίθετα, μελετά με προσοχή τις αμοιβαίες αντιλήψεων που διαμόρφωσε η κάθε πλευρά για την άλλη, αλλά και τις αποκλίσεις από τις κυρίαρχες αυτές αντιλήψεις. Αναδεικνύει το «ανθρώπινο πρόσωπο» του κατακτητή, μελετώντας την καθημερινότητα των Ιταλών στρατιωτών στη Σύρο, το βαθμό της εμπλοκής τους στη φασιστική ιδεολογία, τις δικές τους αγωνίες, τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν (στη σίτιση και σε άλλα θέματα επιβίωσης), την αίσθηση της απομόνωσης που βίωναν, τη νοσταλγία τους για την πατρίδα, τις περίπλοκες σχέσεις τους με τους ντόπιους κ.ο.κ.
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως, όπως ο Μαζάουερ, έτσι και η Λεκέρ, αποφεύγει τις μανιχαϊστικές τοποθετήσεις και προσπαθεί να ερευνήσει το θολό πλέγμα των σχέσεων που διαμορφώνονται στις κατοχικές πραγματικότητες. Το βιβλίο της μας θυμίζει, πράγματι, πως η ιστορία ξεκινά εκεί που τελειώνει η ηθικολογία• πως μια ιστορική ανάλυση, για να είναι έγκυρη και σοβαρή, πρέπει ν’ αποδομεί την έννοια της «απόλυτης αξίας» και να προχωρεί σε μια έρευνα «πέρα απ’ το καλό και το κακό». Και αν η Λεκέρ υπολείπεται ίσως της αφηγηματικής δεινότητας του δασκάλου της, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την επιστημονική του εγκυρότητα.

Η μεγάλη πείνα
Σε κεντρικό θέμα του βιβλίου αναδεικνύεται ο λιμός που βίωσε η Σύρος καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της Κατοχής, με αποκορύφωμα ίσως τον Χειμώνα του 1942. Το μνημείο που ανήγειρε, το 1984, ο Δήμος Ερμούπολης προς τιμήν των νεκρών από πείνα κατά τη διάρκεια της Ιταλογερμανικής κατοχής, αναφέρεται σε 8.000 νεκρούς. Όπως επισημαίνει η Λεκέρ, αν και ο αριθμός αυτός είναι υπερβολικός (σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, οι νεκροί από πείνα ήταν περίπου οι μισοί), γεγονός παραμένει πως η Σύρος βίωσε έναν από τους πιο καταστροφικούς λιμούς σε όλη την ελληνική επικράτεια.
Το βιβλίο προσφέρει, πάντως, μια ενδελεχή ανάλυση των αιτιών και των συνεπειών του λιμού, της γεωγραφικής του κατανομής και του κοινωνικού του αντίκτυπου. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις ψυχολογικές και κοινωνιολογικές διαστάσεις της πείνας. Η Λεκέρ ερευνά, αφενός, τον τρόπο που η πείνα επηρέασε τις παραδοσιακές οικογενειακές δομές και τη σχέση των ανθρώπων με το θάνατο• αφετέρου, αναλύει τις κοινωνικές αλλαγές που επέφερε ο λιμός: την αχρήστευση του χρήματος και την επιστροφή στο ανταλλακτικό σύστημα οικονομίας, τη μαύρη αγορά, το δωσιλογισμό, τις ληστείες, την πορνεία, την ανακατανομή του πλούτου, κ.ο.κ.
Τα ηθικά διλήμματα της εποχής δεν αποτελούν για τη Λεκέρ (όπως ούτε και για τον Μαζάουερ εξάλλου) αφορμή καταδικαστικών ή επαινετικών σχολίων. Σκοπός της συγγραφέως είναι να κατανοήσει με ποιο τρόπο οι άνθρωποι μπόρεσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους υπό συνθήκες Κατοχής. Όπως γράφει και η ίδια: «Στην Κατοχή, οι άνθρωποι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα της ζωής. Έπρεπε πάση θυσία να κρατηθεί ζωντανή η ψευδαίσθηση έστω μιας κανονικότητας. Ήταν το μόνο δυνατό αντίδοτο απέναντι στο φόβο και την ανασφάλεια που τόσο απειλητικά γεννούσε η νέα καθημερινότητα. Όπως και να ‘χε, η ζωή έπρεπε να συνεχιστεί…» (σ. 1).

Το «ανθρώπινο πρόσωπο» των Ιταλών
«Η πείνα κι ο φόβος αλλάζουν τον τρόπο που οι άνθρωποι σχετίζονται μεταξύ τους και αναδιαμορφώνουν τις σχέσεις εξουσίας» (σ. 138). Αυτό δεν αφορά μόνο τους ίδιους τους Συριανούς, υποστηρίζει η Λεκέρ, αλλά και τους απλούς Ιταλούς φαντάρους που ήταν σταθμευμένοι στο νησί. Ένα μικρό ελληνικό νησί, συγκρινόμενο με τις κακουχίες του μετώπου, μπορεί να φάνταζε αρχικά, για τους περισσότερους απ’ αυτούς, «παράδεισος». Δεν περνούσε, όμως, πολύς καιρός για να συνειδητοποιήσουν πως το τοπίο δεν ήταν τόσο «ειδυλλιακό». Δεν ήταν μόνο η έλλειψη φαγητού και το χαμηλό βιοτικό επίπεδο που δοκίμαζαν τις αντοχές τους. Ήταν κυρίως η νοσταλγία και το αίσθημα της απομόνωσης. Το φασιστικό καθεστώς δεν προέβλεπε, παρά μόνο σπάνια, «άδειες υπηρεσίας» για τους στρατιώτες στις Κυκλάδες. Έτσι, περνούσαν πολύ μεγάλα διαστήματα – σε μερικές περιπτώσεις ακόμα και ολόκληρο το διάστημα της κατοχής – μέχρι να ξανασυναντήσουν οι Ιταλοί φαντάροι τις οικογένειές τους. Επιπλέον, είχαν ρητές εντολές να μην συγχρωτίζονται με τους ντόπιους και να διατηρούν μια συμπεριφορά απρόσιτη και πειθαρχημένη, σύμφωνη με τα πρότυπα του «νέου φασίστα άνδρα». «Μην παρασύρεστε από τη φιλική διάθεση ή την τρυφερότητα που μπορεί να επιδεικνύει ο ντόπιος πληθυσμός», τους προειδοποιούσε ο στρατιωτικός διοικητής τους τον Δεκέμβριο του 1941, «ο ρόλος σας είναι αυτός του κατακτητή» (σ. 140). Η πυκνότητα με την οποία εξαπολύονταν αυτού του είδους οι προειδοποιήσεις και οι παρατηρήσεις, καταδεικνύει σύμφωνα με τη Λεκέρ, και το μέγεθος της ανυπακοής των Ιταλών στρατιωτών. Πράγματι, σύμφωνα με όσα σημειώνονται στο ημερολόγιο του Μαριό Ριγουτσό, επίτιμου Γάλλου προξένου στη Σύρο κατά τα χρόνια εκείνα, οι Ιταλοί φαντάροι «αντί να μας λένε τα πολεμικά τους κατορθώματα, τις ναυτικές τους νίκες πάνω στους Εγγλέζους, όπως κάνει η δισεβδομαδιαία εφημερίδα τους, βρίσκουν ευχαρίστηση και παρηγοριά δείχνοντας φωτογραφίες από τις γυναίκες τους, τα μωρά τους, τις αρραβωνιαστικιές τους, ακόμα κι απ’ όλη τους την οκογένεια» (παρατίθεται στο Μ. Μαζάουερ, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, Η εμπειρία της Κατοχής, σ. 77).

"ΤΑ ΝΕΑ", Βιβλιοδρόμιο, 23 Ιανουαρίου 2010

Παρουσίαση βιβλίου: "Οι Τουρκοκύπριοι, η Τουρκία και το Κυπριακό"


Ο ΟΠΕΚ διοργανώνει εκδήλωση με θέμα:



"Οι Τουρκοκύπριοι, η Τουρκία και το Κυπριακό"

παρουσίαση του ομώνυμου βιβλίου του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Νιαζί Κιζίλγιουρεκ.

Ομιλητές:
Στέφανος Στεφάνου (Κυβερνητικός Εκπρόσωπος)
Χάρης Γεωργιάδης (Εκπρόσωπος Τύπου ΔΗΣΥ)

Το βιβλίο παρουσιάζει η Κωνσταντίνα Ζάνου (ιστορικός)

Συντονισμός: Ρένα Χόπλαρου (Μέλος Δ.Σ. ΟΠΕΚ)

16 Δεκεμβρίου, 19:00, Αίθουσα Εκδηλώσεων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου), Λεωφόρος Μακαρίου 15, Λευκωσία

Ο Γκουρογιάννης απ’ την «καλή» κι απ’ την «ανάποδη»

Από την Κωνσταντίνα Ζάνου

Βασίλης Γκουρογιάννης, Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2009, σελ. 447

«Πρέπει όλοι οι σκελετοί Τούρκων και Ελλήνων να δουν το φως. Δεν μπορεί κάποιος να κοιμάται ήσυχος με σκελετούς κάτω από το κρεβάτι», γράφει ο Βασίλης Γκουρογιάννης (σ. 278). Το μυθιστόρημά του "Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή" λειτουργεί, όντως, σαν εκσκαφέας. Ένας εκσκαφέας μνήμης που βάλθηκε να κυλήσει πάνω σε ένα έδαφος ολισθηρότατο. Το βιβλίο του ήρθε να ταράξει τα νερά σε ένα ζήτημα-ταμπού της ελληνικής και της κυπριακής ιστορίας. Ο Γκουρογιάννης τολμά ν’ αγγίξει το «ανέγγιχτο», εδώ και 35 χρόνια, θέμα των Ελλήνων που πολέμησαν στην Κύπρο κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της εισβολής.
Ο ήρωας του μυθιστορήματός του, ένας πετυχημένος δικηγόρος, που καταφέρνει για χρόνια να κρύβει επιμελώς –ακόμα κι από τον ίδιο του τον εαυτό– τη συμμετοχή του στα γεγονότα του 1974 στην Κύπρο, ξυπνάει από τον πολύχρονο λήθαργό του όταν του συμβαίνει ένα απρόοπτο περιστατικό. Μια μέρα, παίρνοντας το τρένο να γυρίσει στο σπίτι του, τον πλησιάζει ένας ζητιάνος και, αγκαλιάζοντάς τον, του ψιθυρίζει στ’ αυτί: «Σειρούλα! Γλύτωσες; Το πόδι, το πόδι…». Σοκαρισμένος από αυτή την απρόσμενη «επίθεση», ο δικηγόρος αφήνει το βαγόνι και με μουδιασμένα τα σαγόνια καταφέρνει να ψευδίσει: «Θεέ μου, ποιος είναι; Ποιος θα μιλήσει για το δικό μας Βιετνάμ;». Η δυσωδία του ζητιάνου αρχίζει σταδιακά να μπλέκεται με τη δυσοσμία που αναδίδουν οι δικές του ξεχασμένες και πρόχειρα κουκουλωμένες πληγές. «Τότε ήταν που αντιλήφθηκα», ομολογεί ο δικηγόρος, «πώς μυρίζουν οι ζωντανοί νεκροί. Αφόρητα, αφόρητα!». Έτσι λοιπόν αποφασίζει να αναμετρηθεί με το παρελθόν του. Συστήνει ένα σύλλογο βετεράνων και τους προτρέπει, μέσα από τη διοργάνωση ενός ταξιδιού στην Κύπρο και ενός συνεδρίου, να κάνουν το ίδιο: «Γίνεται όπως με τις πληγές», τους λέει στην εισαγωγική του ομιλία, «αν δεν τις αφήσεις να τρέξουν το αίμα τους και τις ράψεις στα γρήγορα, κρατάς στο σώμα φυλακισμένα τα μικρόβια του τετάνου κι άλλα βακτήρια, που με τον καιρό σε διαλύουν. Αυτό συνέβη σε πολλούς από μας, γι’ αυτό ας έχετε το θάρρος να ανοίξετε εκ νέου τις πληγές και να φύγει όσο αίμα και όσα δάκρυα όφειλαν να φύγουν από ποτέ» (σ. 117).
Ο Γκουρογιάννης καταφέρνει να ξεδιπλώσει με μαεστρία τις μαρτυρίες των ελλήνων βετεράνων του 1974 και να αναδείξει την πολυπρισματικότητα ενός θέματος που, ακόμα και στις σπάνιες περιπτώσεις που συζητείται, προεξοφλείται με εύκολους αφορισμούς. «Εμείς ήμασταν η ντροπή της Ελλάδας», ομολογεί ένας απ’ τους ήρωες του βιβλίου του. «Ήμασταν οι χουντικοί, ήμασταν οι ανεπιθύμητοι, ήμασταν αυτοί που πήγαμε να πολεμήσουμε τον Μακάριο και βρεθήκαμε αντιμέτωποι με Τούρκους χωρίς να το περιμένουμε και να το πολυκαταλάβουμε». Για να συνεχίσει: «Τι υπερασπιζόμασταν στην Κύπρο; Τον ελληνισμό ή τη χούντα των συνταγματαρχών; Ποιος μας καθοδήγησε εναντίον ποιου πρέπει να υψώσουμε το όπλο;» (σ. 172). Πράγματι, αυτό που μοιάζει να εισηγείται ο συγγραφέας είναι ότι, αν εξαιρέσουμε τους υψηλόβαθμους στρατιωτικούς, οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους περίπου 2.000 έλληνες στρατιώτες που βρέθηκαν στην Κύπρο το 1974 «πολέμησαν χωρίς να γνωρίζουν τον εχθρό τους» (σ. 333). Και όχι μόνο: όσοι στάλθηκαν στην Κύπρο, με απόφαση που εξέδωσε η χούντα στις 21 Ιουλίου, όσοι δηλαδή αποτελούσαν το μοναδικό τάγμα πεζικού και της μοίρας καταδρομέων που στάλθηκε πρόχειρα, παρά την άρνηση των συνταγματαρχών (αλλά λόγω της επιμονής του Ιωαννίδη και της πίεσης που ασκούσε ο Σαμψών), ίσως να ήταν και οι λιγότερο ευνοούμενοι του καθεστώτος, αφού ουσιαστικά στέλνονταν σε μια επιχείρηση αυτοκτονίας. Το αν αληθεύουν αυτές οι υποθέσεις ή όχι εναποτίθεται, βέβαια, στην έρευνα των εξειδικευμένων στο θέμα ιστορικών. Μια έρευνα που πρέπει ακόμα να γίνει.
Η αλήθεια είναι πως το μυθιστόρημα του Γκουρογιάννη επιδέχεται πολλαπλές και αντιφατικές μεταξύ τους αναγνώσεις. Είναι το πρώτο βιβλίο που συναντώ, το οποίο διαβάζεται τέλεια κι απ’ την «καλή» κι απ’ την «ανάποδη». Όλα εξαρτώνται από την οπτική γωνία του αναγνώστη και από το ιδεολογικό του οπλοστάσιο, από το τι, με λίγα λόγια, θεωρεί ο ίδιος ο αναγνώστης ως «καλή» και τι ως «ανάποδη». Θα ήθελα, λοιπόν, σε ένα πρώτο στάδιο, να επισημάνω τα στοιχεία αυτά από το βιβλίο που ανταποκρίνονται στη δική μου «καλή» και, που γι’ αυτόν τον λόγο, θεωρώ πολύτιμα. Στη συνέχεια, θα διατυπώσω σε μορφή ερωτημάτων ό,τι μου παρουσιάζεται μέσα στο βιβλίο ως μέρος μιας «ανάποδης» ανάγνωσης και τα οποία, επομένως, θεωρώ προβληματικά.
Αρχίζω λοιπόν απ’ την «καλή» και στέκομαι στα τέσσερα κυριότερα σημεία μέσα από τα οποία το βιβλίο αυτό με έκανε κατά τι πλουσιότερη:

1. Πρόκειται, πιστεύω, για ένα έργο που καταδεικνύει πως ο πραγματικός πόλεμος ξεκινά μετά τη λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων. Αυτός ο πόλεμος, μας λέει ο συγγραφέας, λαμβάνει χώρα στο πεδίο της μνήμης και της ιστορίας, εκεί όπου τα λόγια μάχονται με τη σιωπή, οι υπόγειες ερμηνείες με τις επίσημες αφηγήσεις, οι ατομικές αλήθειες με τα εθνικά στερεότυπα: «Το πρόβλημα δεν είναι η ψύξη του μυαλού [κατά τη διάρκεια του πολέμου], είναι η απόψυξη, που κρατάει χρόνια», διαβάζουμε κάπου μέσα στο βιβλίο (σ. 264). Και αλλού: «Ένα δίδαγμα, ένα συμπέρασμα σχετικό με την ιστορία, το οποίο μάλλον αντέχει στο χρόνο, δεν είναι ο κόπος να τη μάθεις αλλά να την ξεμάθεις. Δεν εννοώ ασφαλώς να την ξεχάσεις, ούτε να την αγνοήσεις […] Είναι σαν ένα στραβοπιασμένο κάταγμα που όταν θρέφει πρέπει να το ξανασπάσουμε για να κολλήσει σωστά» (σ. 156).

2. Θεωρώ ιδιαίτερα αποκαλυπτικό τον παραλληλισμό ανάμεσα στην εμπειρία των αμερικανών στρατιωτών από τον πόλεμο του Βιετνάμ και στα βιώματα που είχαν οι έλληνες στρατιώτες κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο της Κύπρου. Ο Γκουρογιάννης, με άλλα λόγια, μας αναγκάζει να αντικρίσουμε την ύπαρξη ενός «ελληνικού Βιετνάμ», μας καλεί να αναμετρηθούμε με μια ανοιχτή πληγή της ελληνικής ιστορίας, που έκλεισε πρόχειρα και καταχωνιάστηκε όπως όπως στην αποθήκη της συλλογικής μας συνείδησης. Μας προειδοποιεί πως οι κοινωνίες που αρνούνται να ανοίξουν τα τραύματά τους, να τα φροντίσουν και να τα καθαρίσουν, παθαίνουν σύντομα γάγγραινα και οδηγούνται προς το θάνατο.

3. Απ’ την άλλη, το βιβλίο αυτό πιστοποιεί την αμφιθυμία που αναπτύσσουν συνήθως οι άνθρωποι απέναντι στα τραύματα του παρελθόντος τους. «Εμείς δεν θέλουμε ούτε να ξεχάσουμε ούτε να θυμηθούμε ούτε να μάθουμε ούτε να γιατρευτούμε», λέει κάποια στιγμή ένας από τους ήρωες, «εμείς έχουμε πάθει μια μακροχρόνια φαγούρα από τις πληγές μας. Μας αρέσει, σαν τους λεπρούς, να ξυνόμαστε, να γδερνόμαστε. Έχουμε νευρολογική εξάρτηση από τις πληγές μας» (σ. 139). Πιστεύω πως ο συγγραφέας αποδεικνύεται ιδιαίτερα αριστοτέχνης στην ανάδειξη ενός κοινωνικού φαινομένου που αγγίζει τα όρια της διαστροφής. Αναφέρομαι, βέβαια, σε αυτό που ο Φρόυντ αποκαλεί «ηθικό μαζοχισμό», στο φαινόμενο δηλαδή όπου οι άνθρωποι αναζητούν για τον εαυτό τους τη θέση του θύματος με σκοπό να δομήσουν την ταυτότητά τους. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ο πόνος ανάγεται σε νομιμοποιητικό στοιχείο της ατομικής, αλλά και της συλλογικής, ύπαρξης.

4. Τέλος, νομίζω ότι, παρ’ όλο που πολλές φορές φαίνεται πως ο συγγραφέας συμπαθεί τους ήρωές του, εντέλει δεν προσπαθεί να τους δικαιώσει. Σκοπός του πιστεύω είναι να καταγγείλει τον πόλεμο εν γένει. «Νιώθετε εθνική υπερηφάνεια για την ανάμειξή σας στα πολεμικά γεγονότα της Κύπρου;», ρωτάει ένας ιστορικός τον βασικό ήρωα του έργου. «Κανένας δεν βγαίνει από τον πόλεμο περήφανος», του απαντά εκείνος, «απλώς οι άλλοι τον δοξάζουν για τα κατορθώματά του, εξαιτίας των οποίων αυτός χάνει για πάντα τον ύπνο του. […] Ο πόλεμος είναι μια παλαίστρα με σκατά. Όσες αρωματικές δάφνες κι αν στρώσεις από πάνω, η σκατίλα δεν φεύγει. Την έχεις για πάντα στα ρουθούνια» (σ. 270).


Ας πάμε, λοιπόν, τώρα στις απορίες που μου γέννησε μια «ανάποδη» ανάγνωση του μυθιστορήματος:

1. Όπως είδαμε, το 1974 χαρακτηρίζεται ως το «ελληνικό Βιετνάμ». Ο συγγραφέας, όμως, συστήνει την προσοχή μας: ο παραλληλισμός με το Βιετνάμ αφορά αποκλειστικά και μόνο τις μετατραυματικές εμπειρίες των ελλήνων στρατιωτών. Όπως πολλοί Αμερικανοί του Βιετνάμ, έτσι και Έλληνες της Κύπρου επέστρεψαν σε μια Ελλάδα της μεταπολίτευσης και της ευφορίας με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Επιπλέον, αντίκρισαν την παγωμένη αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας, η οποία όχι μόνο δεν αναγνώρισε τον πόλεμο της Κύπρου ως τέτοιο αλλά και προχώρησε αδιάκριτα στο στιγματισμό και στην περιφρόνηση όσων είχαν συμμετάσχει σ’ εκείνα τα γεγονότα. Σύμφωνα με τον Γκουρογιάννη, όμως, η ελληνική περίπτωση διαφέρει από την αμερικανική στο εξής: «Για τους Έλληνες, η Κύπρος έχει μιαν άλλη τραγικότητα: δεν πήγαμε σε μια ξένη, μακρινή χώρα να πολεμήσουμε, στους αδελφούς μας πήγαμε, νιώσαμε εμείς οι ίδιοι την απειλή, και στο τέλος οι μάχες που έδωσαν όλα εκείνα τα παιδιά αγνοήθηκαν απ’ όλους» (συνέντευξη στον Ηλία Μαγκλίνη, Καθημερινή, 3.5.2009). Σε μια άλλη συνέντευξή του, ο συγγραφέας γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρος. Σε σχόλιο του δημοσιογράφου πως «δεν υπάρχουν Ελλαδίτες και Κύπριοι, αλλά οι Κύπριοι είναι Έλληνες, κάτι το οποίο πια αποσιωπάται από όλους», ο Γκουρογιάννης απαντά: «Δυστυχώς βλέπω τον διαχωρισμό να τον υιοθετούν ακόμα και οι Κύπριοι. Κυρίως οι νέοι, που όταν λένε Ελλάδα λες και εννοούν κάποια άλλη χώρα. Και μου κακοφαίνεται πάρα πολύ αυτό. Εγώ, όταν λέω Κύπριος, είναι όπως λέω Κρητικός, Θεσσαλός, Ηπειρώτης κ.ο.κ. […] Την Κύπρο τη θεωρώ όχι μόνο κομμάτι του ελληνισμού, αλλά τη θεωρώ και κομμάτι της Ελλάδος […] Άσχετα με το αν έχει δική της εξουσία» (συνέντευξη στον Γ. Καραμπελιά, Άρδην, τχ. 76, 2009). Την ίδια αυτή οπτική συναντάμε και στο μυθιστόρημα υπό μορφή μεταφοράς: το ακρωτηριασμένο πόδι του κεντρικού ήρωα συμβολίζει τον ακρωτηριασμό του ελληνισμού από τα γεγονότα της Κύπρου. Η απορία, λοιπόν, που μου γεννάται είναι η εξής: αν οι Κύπριοι είναι Έλληνες και η Κύπρος είναι κομμάτι της Ελλάδας, τότε οι Τουρκοκύπριοι τι είναι; Ποια είναι η θέση τους σ’ αυτή την ιστορία; Αν μείνουμε στη μεταφορά της Κύπρου ως «του ακρωτηριασμένου ποδιού του ελληνισμού», τότε μου φαίνεται πως δεν μας μένει άλλη επιλογή από το να θεωρήσουμε τους Τουρκοκύπριους απλώς τα «μικρόβια» και τα «βακτήρια» της γάγγραινας. Θέση την οποία βέβαια θεωρώ τόσο προβληματική όσο και επικίνδυνη.

2. Σε κάποιο απόσπασμα του βιβλίου, ο συγγραφέας βάζει στο στόμα του κεντρικού του ήρωα τα εξής, θυμωμένα, θα έλεγα, λόγια:

"Έλεος πια με τις αλήθειες των άλλων! Τα τελευταία χρόνια τις πιπιλάει η λογοτεχνία μας, μα τώρα άρπαξε από το στόμα της την πιπίλα η επίσημη ιστορία […] Αυτοί οι σοφοί ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και οι σπουδαίοι λογοτέχνες μας γιατί δεν έψαξαν πρώτα για τις αλήθειες των Κυπρίων, των πολεμιστών της Κύπρου, και μετά να κλάψουν για τους Σκοπιανούς, τους Τσάμηδες, τους Τουρκοκρητικούς;"(σ. 212).

Στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων σχετικά με αυτό το σημείο, και ιδιαίτερα στην πολύ εύστοχη παρατήρηση του Ηλία Μαγκλίνη της Καθημερινής ότι είναι ανεξήγητη η στηλιτευτική στάση του Γκουρογιάννη απέναντι στην τάση που επικρατεί σήμερα να μιλάμε για τα αίσχη που διαπράξαμε εις βάρος των άλλων, δεδομένου μάλιστα ότι ο ίδιος είναι ο συγγραφέας του μυθιστορήματος "Το ασημόχορτο ανθίζει" (εκδ. Καστανιώτη, 1992), ενός βιβλίου που πραγματεύεται τον αφανισμό των Τσάμηδων, ο Γκουρογιάννης απαντά: «Αυτοσαρκάζομαι είναι η αλήθεια, όμως σκεφτείτε ότι όταν εγώ έγραψα το "Ασημόχορτο" κανένας δεν μιλούσε γι’ αυτά τα πράγματα. Το ρίσκο ήταν μεγάλο, θα μπορούσε να θεωρηθεί αντεθνικό βιβλίο. Σήμερα, όλο αυτό γίνεται λίγο εκ του ασφαλούς, επικρατεί μια υπερβολή, μια μόδα που δεν ξεκινάει από κάπου βαθιά» (Καθημερινή, 3.5.2009). Και σε μια άλλη, ανάλογή του απάντηση, αναφέρει: «Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο να λέμε πράγματι τις αλήθειες των άλλων και να μην έχουμε δουλέψει τις δικές μας» (Άρδην, τ. 76, 2009). Το ερώτημά μου είναι, λοιπόν, διπλό σε αυτό το σημείο: Γιατί θεωρείται αρνητικό το γεγονός ότι έγινε λιγότερο ριψοκίνδυνο σήμερα να μιλάει κανείς για τις αλήθειες των άλλων; Γιατί ο συγγραφέας είναι δυσαρεστημένος που όλο και περισσότερος κόσμος, από τον λογοτεχνικό και τον ακαδημαϊκό χώρο, μιλάει για πράγματα που δεν κολακεύουν καθόλου την εικόνα του παρελθόντος μας; Νομίζω πως αυτό θα έπρεπε, αντίθετα, να μας προξενεί ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Είναι δείγμα μιας κοινωνίας που εκδημοκρατίζεται και αποκτά περισσότερη αυτοπεποίθηση, που αρχίζει να ψυχαναλύεται και που, σταδιακά, αποπειράται, μέσα από τις αλήθειες των άλλων, να αντικρίσει και τις δικές της οδυνηρές αλήθειες. Αυτό δεν είναι και το μεγάλο στοίχημα του βιβλίου που παρουσιάζεται εδώ;

3. Είναι κομβικός ο ρόλος μέσα στο βιβλίο ενός νεαρού ιστορικού, που καλείται να παρακολουθήσει το συνέδριο και να καταγράψει τις εμπειρίες των βετεράνων. Αυτός ο ιστορικός ονομάζεται στο μυθιστόρημα Μάριος Λιάκος, παρουσιάζεται ως σπουδαγμένος στην Οξφόρδη και «πνευματικό παιδί» του γνωστού ιστορικού Μαρκ Μαζάουερ. Ο ήρωας αυτός θα μπορούσε να παραπέμπει στον ιστορικό και καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αντώνη Λιάκο, πάντως, χωρίς αμφιβολία, παραπέμπει στη σχολή της ιστορικής έρευνας που ο Αντώνης Λιάκος ανήκει. Η πλοκή, λοιπόν, του μυθιστορήματος μας αποκαλύπτει ότι ο ιστορικός αυτός στήνει μια ίντριγκα, από την οποία καταλαβαίνουμε πως το μόνο που θέλει είναι να χρησιμοποιήσει τις μαρτυρίες των βετεράνων για να κερδίσει φήμη, δημοσιεύοντας σε έγκυρα διεθνή περιοδικά μελέτες γύρω από τα εγκλήματα πολέμου του έθνους του. Έτσι, όπως σημειώνει και η Μάρη Θεοδοσοπούλου σε μια κριτική της στην Ελευθεροτυπία (12.6.2009), «ο μυθιστορηματικός ιστορικός φτάνει στα όρια να επεμβαίνει στην “αλήθεια των βετεράνων” για να γράψει μια ευρύτερα αρεστή εκδοχή της ιστορίας προς διαπαιδαγώγηση, όχι μόνο του ελληνικού, αλλά και του παγκόσμιου κοινού». Ο συγγραφέας φαίνεται, πράγματι, να ενοχλείται από την αποστασιοποιημένη και ψυχρή ματιά της επαγγελματικής ιστορίας, χαρακτηρίζοντας σε μια συνέντευξή του τη στάση αυτή ως «παχυδερμία∙ μια παχυδερμία που όλη η γνώση εξαντλείται στο να βγει μια επιστημονική άποψη τεκμηριωμένη, χωρίς ένα πόνο πατρίδας» (Άρδην, τχ. 76, 2009). Σε έναν εσωτερικό μονόλογο του κεντρικού του ήρωα, όπου βλέπουμε να αντιτάσσεται, από τη μια, η ιστορική γνώση και, από την άλλη, η βιωματική εμπειρία, ο συγγραφέας φαίνεται να γέρνει ξεκάθαρα προς το δεύτερο. Πιο συγκεκριμένα, ο ήρωας «δεν δεχόταν να το ακούει από ανθρώπους άκαπνους που ήταν τεχνοκράτες και γραφειοκράτες της ιστορίας, που ήξεραν μόνο να πατούν το σωστό κουμπί στον υπολογιστή, να ταξιδεύουν άνετα στο ίντερνετ και να μπαινοβγαίνουν στα πάθη των ανθρώπων και των εθνών σαν να μπαινοβγαίνουν σε κινηματογράφους που παίζουν πολεμικές ταινίες…» (σ. 212). Διερωτώμαι, λοιπόν: γιατί ενοχλεί τον κ. Γκουρογιάννη η ψυχρότητα αυτή των ιστορικών; Δεν ξέρει μήπως ότι η αποστασιοποίηση από το συναίσθημα είναι ο βασικότερος κανόνας για την εγγύηση μιας οποιασδήποτε νηφάλιας, επαγγελματικής και σοβαρής ιστορικής ανάλυσης;

4. Θα ήθελα, τέλος, να κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο, που μου γεννά επίσης κάποια ερωτήματα. Ο βετεράνος δικηγόρος, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, επισκέπτεται κάποια στιγμή στην Κύπρο το σπίτι μιας παλιάς του γνώριμης. Η γνώριμή του απουσιάζει κι έτσι αυτός πιάνει κουβέντα μ’ ένα γείτονα. Ετοιμάζεται κάποια στιγμή να φύγει, όταν ο γείτονας του λέει:

"– Μη φεύγετε προτού σας κεράσομε κάτι, ένα νερό, μια μπύρα...
– Δεν ήρθα να με κεράσετε. Ήρθα να με κρεμάσετε μ’ αυτές τις ίδιες θηλειές των Άγγλων που κρέμονται ακόμη στα Φυλακισμένα Μνήματα.
– Μα τι λόγια είναι αυτά που λες, αδελφέ μας! Όλα εδώ έχουν ξεχαστεί, έχουν συγχωρεθεί τα πάντα. Οι μάνες που βάσταγαν την πίκρα, όπως οι γάτες του Αϊ Νικόλα το φαρμάκι, χάθηκαν πια. Δεν υπάρχει εδώ, στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη, κάποιος με κουράγιο να σε μισήσει, δεν υπάρχει κάποιος πρόθυμος να σε κρεμάσει. Μια απέραντη ξεγνοιασιά επικρατεί – οι ζωντανοί με τους ζωντανούς κι οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Δεν ξέρω τι σε βασανίζει, αλλά, προς Θεού, μη βασανίζεσαι.
– Μα εγώ είμαι πολεμιστής, δεν μπορώ να λησμονήσω.
– Το βλέπω. Βγάλε την περικεφαλαία σου, ρίξε χάμω την ασπίδα και κάν’ την πιατέλα να τη γεμίσουμε μεζέδες" (σ. 304).

Δεν θα αναφερόμουν σε αυτό το απόσπασμα αν δεν κινούσε σ’ αυτό την προσοχή μου μια συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα ο κ. Γκουρογιάννης στο ραδιοφωνικό σταθμό του ΡΙΚ (εκπομπή «Περίπλους», ΡΙΚ, Α΄ Πρόγραμμα, 5.11.2009) και στην οποία αναγνώστηκε το συγκεκριμένο απόσπασμα ως ενδεικτικό του κεντρικού προβληματισμού που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο. Στη συνέντευξή του, ο συγγραφέας φάνηκε να συμπαθεί τη στάση του βετεράνου παρά εκείνη του κύπριου γείτονα. Μάλιστα, συνέστησε την προσοχή μας απέναντι σε αυτή την «επικίνδυνη ξεγνοιασιά» που επικρατεί στις μέρες μας. Θα ήθελα, λοιπόν, να κλείσω την παρουσίασή μου με αυτό το ερώτημα: ποιος από τους δύο αυτούς μυθιστορηματικούς ήρωες έχει συμπεριφορά διαταραγμένη; Αυτός που πιστεύει ότι η θέση των ζωντανών είναι με τους ζωντανούς και των πεθαμένων με τους πεθαμένους και που επικαλείται τη δύναμη της συγγνώμης για να μπορέσει να προχωρήσει προς ένα καλύτερο μέλλον ή εκείνος που έχει μείνει προσκολλημένος στα μίση του παρελθόντος και αδυνατεί να ξεπεράσει το τραύμα που αυτά του προκάλεσαν;

(*) Ιδιαίτερες ευχαριστίες στη Ρένα Χόπλαρου και στον Χρίστο Ζάνο που με ώθησαν, με τα πολύ διορατικά σχόλιά τους, να διαβάσω το βιβλίο κι απ’ την «ανάποδη».
Δημοσιεύεται στο:
Athens Review of Books-
Αθηναϊκή Επιθεώρηση Βιβλίου
τχ. 2, Νοέμβριος 2009
[Κεντρική Διάθεση για Κύπρο:
I-BOOK BOOKSTORES.
Αθαλάσσης 28, Αγλαντζιά,
τηλ. 0035722462932]

"Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή"


Η ΕΘΑΛ και ο ΟΠΕΚ φιλοξενούν στη Λεμεσό τον συγγραφέα Βασίλη Γκουρογιάννη, παρουσιάζοντας το νέο του μυθιστόρημα "Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή".
Το βιβλίο παρουσιάζει η Κωνσταντίνα Ζάνου, ενώ θα μιλήσει κι ο ίδιος ο συγγραφέας.
Τεχνοχώρος ΕΘΑΛ, Λεμεσός, 5 Νοεμβρίου, 19:30

Διάλεξη από την Κωνσταντίνα Ζάνου


Η νόσος του έρωτα/The disease of love

Στέγη Σύγχρονου Χορού, Λεμεσός (Πλατεία Ηρώων, δίπλα στο Θέατρο Ριάλτο)
Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου, 20:00

Series of Lectures at Dance House Lemesos under the theme “Arts and Love”:
  1. 19 October – Dr. Yiannis Papadakis: "Romantic Love: An agelong desire or a product of Modernism?"

  2. 2nd November – Dr. Constantina Zanou: "The desease of love"

  3. 16th November – Dr Andreas Onoufriou: «Lacan other as a lost object or probably the loved other wants to tell us I don’t want you any more.

  4. 30th November – Dr. Matthias Kappler: «The afflicted lover and the beautiful beloved: love relationships in Ottoman Poetry.»

All lectures start on 8pm.


Οι αόρατοι άνθρωποι

Της Κωνσταντίνας Ζάνου

Το ομολογώ. Κι εγώ μερικές φορές υποκύπτω στη συνήθεια να αντιμετωπίζω κάποιους ανθρώπους ως «αόρατους». Η επιλεκτικότητα της όρασής μου οξύνεται ιδιαίτερα σε περιόδους διακοπών και ανεμελιάς. Όπως το προηγούμενο καλοκαίρι. Που πέρασα κάποιες μέρες σε ξενοδοχείο του Πρωταρά και απορροφημένη από την προσπάθεια να εξασφαλίσω τη χαλάρωσή μου, δεν έβλεπα πως γύρω μου κάποιοι άνθρωποι, στο σύνολό τους μετανάστες, δούλευαν ασταμάτητα χωρίς ούτε μια στιγμή ανάπαυσης. Δεν διερωτήθηκα τότε – ίσως και επίτηδες, για να μην ταράξω την πολύτιμη γαλήνη μου – από πού έρχονται αυτοί οι άνθρωποι, τι φέρουν μαζί τους, τι συνθήκες συνάντησαν στην Κύπρο, τι όνειρα έχουν για το μέλλον. Με λίγα λόγια, επέλεξα να μην τους βλέπω. Τους κατέστησα αόρατους για να μπορέσω απερίσπαστα να απολαύσω τις διακοπές μου.
Εκ των υστέρων ντράπηκα. Λες και το σύμπαν συνωμότησε τελευταία για να μου υποδείξει το μέγεθος του σφάλματός μου. Μια σειρά αλλεπάλληλων και, κατά τα άλλα, τυχαίων γεγονότων με έθεσαν αντιμέτωπη με τη συνείδησή μου. Πρώτα ήταν η ανακάλυψη εκ μέρους μου μιας εξαιρετικής κυπριακής ταινίας, του «Kalabush» (σενάριο Άδωνη Φλωρίδη και σκηνοθεσία του ίδιου και του Θεόδωρου Νικολαΐδη, 2002), η οποία καταπιάνεται με την ιστορία ενός παράνομου μετανάστη που τον ξεβράζει κατά λάθος η θάλασσα στις ακτές της Λεμεσού. Έπειτα, μια δεύτερη, πιο πρόσφατη ταινία ήρθε να συμπληρώσει την εικόνα: «Ο Παράδεισος στη Δύση» του Κώστα Γαβρά (2009) εξιστορεί την οδύσσεια ενός λαθρομετανάστη που ονειρεύεται να φτάσει στο Παρίσι, για να ανακαλύψει τελικά πως είχε βασίσει το ταξίδι του πάνω σε κούφιες ελπίδες.
Στη συνέχεια, ένα αφιέρωμα της εκπομπής «Έρευνα» του Παύλου Τσίμα (MEGA Ελλάδος, 10/2/2009: «Ο Κώστας Γαβράς συναντά την Κωνσταντίνα Κούνεβα») με έφερε στα βήματα της Κωνσταντίνας Κούνεβα και μου θύμισε την περίπτωση της μετανάστριας αυτής από την Βουλγαρία, που διεκδίκησε τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των συναδέλφων της, οι οποίες δούλευαν, όπως αυτή, καθαρίστριες στον Ηλεκτρικό Σιδηρόδρομο της περιοχής Αθηνών. Αποτέλεσμα της συνδικαλιστικής της δράσης ήταν η «παραδειγματική τιμωρία» της τον περασμένο Δεκέμβριο με μια δολοφονική επίθεση με βιτριόλι, από την οποία αγωνίζεται ακόμη να επιβιώσει.
Έπειτα, είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον φίλο μου Γρηγόρη Ιωάννου, ο οποίος μελετά το ζήτημα των εργασιακών σχέσεων στην Κύπρο. Ο Γρηγόρης με διαφώτισε πάνω σε διάφορα θέματα, άγνωστα προηγουμένως σε μένα: Πως οι εποχιακοί μετανάστες, που στελεχώνουν την τουριστική μας βιομηχανία (ιδιαίτερα στις περιοχές του Πρωταρά και της Αγίας Νάπας) δουλεύουν κάτω από άθλιες συνθήκες. Πως δεν εξασφαλίζονται συνήθως από κανενός είδους συμβόλαιο εργασίας. Πως οι εργοδότες τους (στην «καλή» θέληση των οποίων έγκειται το ποσό της πληρωμής τους) τους αναγκάζουν να δουλεύουν ασταμάτητα έξι μέρες τη βδομάδα για 9-10 ώρες τη μέρα (σε μια περίπτωση, μάλιστα, μια αλλοδαπή υπάλληλος ξενοδοχείου λιποθύμησε μετά από 18 μέρες συνεχούς εξαντλητικής εργασίας), πως τους στοιβάζουν σε άθλια δωμάτια όπου διαμένουν τέσσερεις-τέσσερεις και πως η διατροφή που τους υπόσχονται είναι και κακής ποιότητας και ανεπαρκής. Και βέβαια αποτρέπονται απειλητικά από το να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε συνδικαλιστική δραστηριότητα.
Το τελικό χτύπημα στη συνείδησή μου το δέχτηκα, όμως, την προηγούμενη εβδομάδα, όταν παρακολούθησα στην τηλεόραση την «επιχείρηση σκούπα» της κυπριακής αστυνομίας στην περιοχή της παλιάς Λευκωσίας. Όταν είδα τον τρόπο με τον οποίο οι αστυνομικοί μας εισέβαλλαν στα «σπίτια», τρομοκρατούσαν, συλλάμβαναν, περνούσαν χειροπέδες και τσουβάλιαζαν σε αστυνομικές κλούβες, υπό την ηδονιστική παρακολούθηση της τηλεοπτικής κάμερας, τους «μελαμψούς» κυρίως κατοίκους της πόλης μου (η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, διαμένουν νόμιμα στην Κύπρο).
Και ντράπηκα. Ντράπηκα για την αστυνομία μας και για τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Ντράπηκα για την Αριστερή μας κυβέρνηση, που δεν έπαυσε από τα καθήκοντά τους αμέσως, χωρίς δεύτερη κουβέντα, τους εγκεφάλους της ανεύθυνης και εξευτελιστικής αυτής επιχείρησης. Ντράπηκα για τον εαυτό μου που συνήθισα να βλέπω κάποιους ανθρώπους μόνο όταν αυτοί «απειλούν» την υποτιθέμενη μου ασφάλεια. Ντράπηκα, τέλος, για όλους εμάς, που επιλέγουμε να μετατρέπουμε τους κατά τα άλλα «αόρατους» αυτούς ανθρώπους σε «ηδονιστικό αντικείμενο» προς τέρψιν των ξενοφοβικών μας αισθημάτων. Σε όλους αυτούς τους μετανάστες, λοιπόν, απολογούμαι. Τέλος, νιώθω υποχρέωση να απολογηθώ προς τους δεκάδες στενούς μου συγγενείς και σε όσους άλλους Κύπριους βίωσαν τα ίδια πράγματα στην Αγγλία, την Αμερική, την Αυστραλία και αλλού, μόλις πριν από μισό αιώνα.

Η κ. Κωνσταντίνα Ζάνου είναι διδάκτωρ ιστορίας.
«Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (έκδοση Κύπρου), 4/10/2009