Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΠΟΛΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΠΟΛΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Πατριωτισμός των εκπατρισμένων


ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Ο Πατριωτισμός των εκπατρισμένων

Της Χριστίνας Λάμπρου [εφ. ΠΟΛΙΤΗΣ, "Παράθυρο", 21/2/2011]

Πώς μεταφέρεται και πώς διαμεσολαβείται από τους εκπατρισμένους η κουλτούρα της χώρας καταγωγής στη χώρα διαμονής; Ποιος είναι ο ρόλος των εξόριστων διανοουμένων στη μεταφορά ιδεών; Σε ποιο βαθμό οι κοινότητες της διασποράς επηρέασαν την ανάπτυξη του πατριωτισμού και της εθνικής συνείδησης όταν οι έννοιες αυτές ήταν ακόμα υπό διαμόρφωση; Και ποιο ρόλο διαδραματίζει η ανθρώπινη κινητικότητα, η ρευστότητα των συνόρων αλλά και η νοσταλγία σε αυτή τη διαδικασία;

Το διεθνές συνέδριο με τίτλο «Ο πατριωτισμός των εκπατρισμένων. Διασπορά και εθνική συνείδηση ανάμεσα στην Ευρώπη, στη Μεσόγειο και αλλού κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα» θέτει μια σειρά τέτοιων ερωτημάτων, μέσα από ένα εντατικό διήμερο πρόγραμμα στις 25 και 26 Φεβρουαρίου. Η ιστορικός Κωνσταντίνα Ζάνου, η οποία μαζί με τον Ιταλό ιστορικό Maurizio Isabella και τον Κύπριο κοινωνιολόγο Νίκο Περιστιάνη έχει αναλάβει την πρωτοβουλία και διοργάνωση του συνεδρίου εξηγεί, στη συνέντευξη που ακολουθεί, κάποιες από τις ιδέες που διατρέχουν το συνέδριο και εστιάζει στη σημασία του διαμεσολαβητικού ρόλου που διαδραμάτισαν οι «εκπατρισμένοι» σε σχέση με την διαμόρφωση εθνικής συνείδησης κατά το 19ο αιώνα.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτού του συνεδρίου;

Όλα ξεκίνησαν πριν από κάποια χρόνια όταν, στα διαβάσματα για τη διδακτορική μου διατριβή, έπεσα πάνω σε μια μελέτη του Maurizio Isabella που αφορούσε τους Ιταλούς εξόριστους στο Παρίσι, στο Λονδίνο και σε άλλα ευρωπαϊκά κέντρα κατά τη διάρκεια του Risorgimento, της ιταλικής δηλαδή Παλιγγενεσίας. Εξέταζε τον τρόπο με τον οποίο διαμόρφωσαν την εθνική τους συνείδηση όσοι βρίσκονταν μακριά από την πατρίδα τους τη στιγμή που αυτή η πατρίδα μεταμορφωνόταν σε έθνος. Εγώ ερευνούσα παρόμοια ζητήματα στην ελληνική περίπτωση, μελετούσα δηλαδή τους Έλληνες εξόριστους στην Ιταλία, τη Γαλλία, την Ελβετία και αλλού κατά τις παραμονές και κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης. Διαβάζοντας τη μελέτη εκείνη συνειδητοποίησα πως οι δύο περιπτώσεις παρουσίαζαν μια σειρά αντιστοιχιών σε πολλά επίπεδα. Όταν, λοιπόν, γνωριστήκαμε με τον Maurizio υποσχεθήκαμε πως θα οργανώναμε κάποτε ένα συνέδριο όπου θα βάζαμε δίπλα δίπλα τις περιπτώσεις διαφόρων εξορίστων και διαφόρων εθνών, για να δούμε πώς λειτούργησε γενικότερα η σχέση εξορίας και εθνικής ταυτότητας κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Από μια ευτυχή συγκυρία βρέθηκε στο δρόμο μας ο Νίκος Περιστιάνης, ο οποίος αγκάλιασε τα σχέδια μας και μάλιστα τα εμπλούτισε με τις δικές του αναζητήσεις γύρω από την κυπριακή διασπορά και τον ρόλο της στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας.

- Ο τίτλος του συνεδρίου «Οι πατρίδες των εκπατρισμένων» κάνει μια φαινομενικά παράδοξη δήλωση. Μπορεί κανείς να έχει περισσότερες από μια πατρίδες;

Φυσικά και μπορεί. Αν ρωτήσετε ανθρώπους που ζουν στις κοινότητες της λεγόμενης «διασποράς», οικονομικούς ή επαγγελματικούς μετανάστες, πολιτικούς εξόριστους ή ακόμα και ανθρώπους που φοιτούν χρόνια στο εξωτερικό, αυτό πιθανότατα θα σας απαντήσουν. Η τραγική ειρωνεία είναι πως όποιος έχει περισσότερες από μια πατρίδες, νιώθει συνήθως άπατρις και δυστυχισμένος. Ο Μάριος Πιέρης, ένας Κερκυραίος που ζούσε στη Φλωρεντία και είχε ως πρώτη γλώσσα του τα ιταλικά σε μια εποχή που οι ενθουσιασμένοι από την ελληνική Επανάσταση Ευρωπαίοι τον χαιρετούσαν ως «Έλληνα», έγραφε τα εξής: «Όποιος έχει δυο πατρίδες, αυτήν της γέννησής του κι αυτήν της επιλογής του, καταλήγει τελικά να μην έχει καμιά πατρίδα, και περιπλανιέται σαν εξόριστος σ’ όλη του τη ζωή. Όποιος έχει δυο πατρίδες, δεν έχει τελικά καμία. Του συμβαίνει συχνά να πάλλεται ανάμεσα στις δυο πατρίδες. Οι μνήμες του συγχέονται. Περνά απ’ τη μια στην άλλη και δεν ξέρει ακριβώς πού να σταματήσει». Και κατέληγε: «Αυτός ο άνθρωπος θα ζει πάντα σαν ξένος, σαν να είναι μόνιμα επιβιβασμένος πάνω σ’ ένα καράβι. Δεν θα βρει πουθενά παρηγοριά. Όπου και να βρίσκεται, ο θάνατος θα τον βρει σαν μέσα στο δωμάτιο ενός δημόσιου ξενοδοχείου»…

- Πως γεννιέται η ιδέα της εθνικής συνείδησης και ποια είναι η σχέση της με την ιδέα του κράτους; Πως διαμορφώθηκε η συνθήκη των ομάδων της διασποράς στα όρια των δύο αυτών εννοιών;

Η διαδικασία εθνικοποίησης των ανθρώπων δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση. Το πέρασμα από την προεθνική στην εθνική συνείδηση του εαυτού δεν ήταν πάντοτε γραμμικό και αυτονόητο. Πάρτε για παράδειγμα την περιοχή της Βαλκανικής. Η ανάδυση των εθνικών διακριτικών συνειδήσεων οδήγησε στη διάσπαση του προεθνικού ενιαίου πολιτισμικού χώρου της Βαλκανικής, ενός χώρου που καθοριζόταν με βάση την Ορθόδοξη νοοτροπία και την κλασική ελληνική παιδεία. Αυτό είχε ως συνεπακόλουθο και τον συνειδησιακό αποπροσανατολισμό πολλών ανθρώπων. Μέχρι ακόμα και τα μέσα του 19ου αιώνα, συναντούμε εκεί διανοουμένους που δεν έχουν ακόμα «κατασταλάξει» οριστικά σε μια εθνική ταυτότητα: παράδειγμα ο Grigor Părličev (ή Γρηγόριος Σταυρίδης), Βούλγαρος φοιτητής που διέμενε στην Αθήνα και που κέρδισε, το 1860, το πρώτο βραβείο στον εθνικό διαγωνισμό ποίησης. Ή ο Νικόλαος Πίκκολος, λόγιος βλάχικης καταγωγής, που γεννήθηκε άνευ εθνικής ταυτότητας, έζησε ως Έλληνας και πέθανε ως Βούλγαρος.

- Αντίστοιχα, τέτοιες κοσμοπολίτικες ταυτότητες επιδιώκονται συνειδητά από τους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους του 20ου αιώνα, ως μορφή αντίστασης στις επιπτώσεις του εθνικισμού. Σε ποιο βαθμό ήταν επιθυμητή ή επιδιωκόμενη η υβριδική ταυτότητα αυτή στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεστε;

Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο εθνικισμός δεν ήταν πάντοτε το ίδιο πράγμα. Άλλα πράγματα σηματοδοτούσε το εθνικό κίνημα στις αρχές του 19ου αιώνα, άλλα στα τέλη του αιώνα κι άλλα στον 20ο αιώνα. Όσο συντηρητική και φοβική φαντάζει σήμερα η ριζοσπαστική εθνική ιδεολογία, τόσο εκσυγχρονιστική και ελπιδοφόρα ήταν η ιδεολογία αυτή για τους διανοουμένους των αρχών του 19ου αιώνα. Μην ξεχνάμε ότι ο εθνικισμός αναδύθηκε χέρι με χέρι με τη δημοκρατία και στις περισσότερες των περιπτώσεων λειτούργησε ως όχημα για την πτώση της απολυταρχίας. Στα πρώτα του στάδια ο εθνικισμός αναπτύχθηκε ως ένα κίνημα πολιτικής ελευθερίας που ένωνε παρά χώριζε τους λαούς της Ευρώπης. Από την άλλη, ο κοσμοπολιτισμός έχει αποκτήσει σήμερα μια θετική χροιά. Στην εποχή όμως για την οποία μιλάμε ο κοσμοπολιτισμός ήταν μια έννοια οπισθοδρομική, καθώς παρέπεμπε στην αριστοκρατική κοινωνία των γραμμάτων του 17ου και 18ου αιώνα, «στο κατεστημένο» θα λέγαμε σήμερα. Όπως έγραφε το 1842 ο Δημήτριος Δάρβαρης, λόγιος από την περιοχή της Μακεδονίας που ζούσε στη Βιέννη: «Κοσμοπολίτης γίνεται όστις δεν θέλει να εκπληρώση τα προς το έθνος καθήκοντα. Ο αγαθός και ενάρετος πολίτης θέλει προσηλώσει αεί όλην αυτού την ενέργειαν εις όφελος της πατρίδος». Επομένως, η εθνική ιδιότητα ήταν συνυφασμένη με τον προοδευτισμό. Η ανθρωπότητα δεν είχε βιώσει ακόμα τις καταστροφικές συνέπειες του εθνικισμού.

- Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τη θέση των ανθρώπων της «διασποράς» σε σχέση με τα έθνη – κράτη;

Η διαμόρφωση των εθνών-κρατών δεν έγινε «μια κι έξω», ούτε ήταν μια στατική και καθαρή διαδικασία. Γι αυτό και οι σύγχρονες ιστορικές προσεγγίσεις στο φαινόμενο του έθνους εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στην κινητικότητα των ιστορικών σχηματισμών και στη ρευστότητα των συνόρων, ιδιαίτερα των πολιτισμικών συνόρων. Έτσι δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο των διαμεσολαβητών, δηλαδή των λογίων εκείνων, των μεταφραστών, των εκδοτών, ή άλλων επιχειρηματιών του πολιτισμού, που αναλάμβαναν ένα ρόλο διαμεσολαβητικό, λειτουργώντας ουσιαστικά ως κανάλια μέσα από τα οποία γινόταν η μεταφορά ιδεών και αντιλήψεων από ένα πολιτισμικό, θρησκευτικό, κοινωνικό ή εθνικό πλαίσιο, σε ένα άλλο ή σε πολλά άλλα. Η έμφαση εδώ είναι στο πέρασμα, στο γίγνεσθαι, στη διαδικασία.

- Ποια είναι τα αποτελέσματα αυτών των συνθηκών στη δημιουργία των «διαμεσολαβητών» αυτών, στο πολιτιστικό τους προϊόν;

Η διγλωσσία (νοηματική και γλωσσική) είναι συνήθως αυτό που χαρακτηρίζει το «ενδιάμεσο» πολιτιστικό προϊόν. Ένα πολύ γνωστό παράδειγμα είναι αυτό του Διονυσίου Σολωμού. Όσο κι αν μας φαίνεται περίεργο, ο «εθνικός ποιητής» της Ελλάδας άρχισε να ανακαλύπτει αρκετά αργά την ελληνικότητά του. Σε ηλικία 20 χρονών, όταν επιστρέφει στα Επτάνησα μετά από πολύχρονη παραμονή στην Ιταλία, ο ιταλόφωνος και ιταλογράφος Σολωμός παίρνει την απόφαση να γίνει «Έλληνας ποιητής». Ένα συνειδητό, αλλά και δύσκολο, πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη. Ο αγώνας του στέφεται με επιτυχία, αν συλλογιστεί κανείς πως αυτό που τον ανέδειξε τελικά ήταν το ελληνικό του έργο, ασυγκρίτως καλύτερο από τις ιταλικές του συνθέσεις. Ωστόσο, μέχρι τέλους ο Σολωμός δεν έπαψε να σκέφτεται στα ιταλικά. Τα προσχέδια των ποιητικών του ασκήσεων αποκαλύπτουν ότι συχνά έγραφε σε ιταλικό πεζό λόγο τις ιδέες που αμέσως μετά μετέφραζε σε ελληνικό ποιητικό στίχο. Στα περιθώρια των ελληνικών του χειρογράφων βρίσκουμε σκέψεις και παρατηρήσεις που σημείωνε στα ιταλικά («Pensa», «Bada», «Bisogna» κτλ.), πράγμα που δείχνει πως ο εσωτερικός του διάλογος διεξάγονταν ακόμα σ’ εκείνη τη γλώσσα. Ακόμα, κάποιες φορές, κατέληγε να γράφει σε μια τρίτη υβριδική γλώσσα, μια περίεργη σύμφυση ιταλικών και ελληνικών, μαζί όλα στην ίδια φράση («σου ’παν νησιά, στεριές της γης, tu se’ il fior della Grecia»). Δεν είναι καθόλου περίεργο, λοιπόν, ότι ο Σολωμός στα γεράματα του ξανάρχισε να γράφει ποιήματα στα ιταλικά. Αν τα ελληνικά ήταν γι’ αυτόν η υψηλή γλώσσα της ποίησης, τα ιταλικά παρέμειναν πάντοτε η γλώσσα του «ανεπεξέργαστου» εαυτού του. Παρόλο που υπήρξε διαμορφωτής της ελληνικής γλώσσας, ο ίδιος ο Σολωμός έμεινε στην ουσία έξω απ’ αυτήν.

- Πως λειτουργεί η απόσταση και η νοσταλγία; Πόσο αφηρημένες έννοιες είναι και ποιος είναι ο αντίκτυπός τους στον «πραγματικό» κόσμο;

Κατ’ αρχάς, υπάρχουν δύο είδη νοσταλγίας: η «πραγματική νοσταλγία» και η «φαντασιακή νοσταλγία». Ας πάρουμε το παράδειγμα της σύγχρονης Κύπρου: πραγματική είναι η νοσταλγία που νιώθουν, λόγου χάρη, οι πρόσφυγες γονείς μου για το σπίτι όπου μεγάλωσαν. Η δική μου όμως νοσταλγία, για ένα σπίτι που δεν είδα ποτέ (αφού γεννήθηκα μετά το ‘74), πώς εξηγείται; Αυτό είναι που ονομάζω «φαντασιακή νοσταλγία», η επιθυμία, δηλαδή, επιστροφής σε ένα τόπο άγνωστο και εντούτοις «οικείο». Είναι μια νοσταλγία διαμεσολαβημένη από τις αφηγήσεις των άλλων και από τη συλλογική μνήμη. Τέτοιου τύπου ήταν και η νοσταλγία που ένιωθαν οι περισσότεροι Έλληνες εξόριστοι που μελετάω: πόθος επιστροφής σε μια Ελλάδα που δεν γνώριζαν παρά μόνο μέσα από τα βιβλία, μέσα από τον Ηρόδοτο και τον Πλάτωνα. Γι αυτό και όσοι επέστρεψαν, ένιωσαν τελικά «εξόριστοι» μέσα σε μια πατρίδα που δεν ανταποκρινόταν στις φαντασιώσεις τους. Διότι, τελικά τι είναι αυτό που νοσταλγούμε; Είναι πραγματικά ο μακρινός τόπος ή ο ανεπίστρεπτα απομακρυσμένος χρόνος; Οι γονείς μου, για παράδειγμα, νοσταλγούν το σπίτι τους ή την παιδική τους ηλικία; Πιστεύω, εντέλει, πως η νοσταλγία αρέσκεται στην αυτό-αναφορικότητα, αναπτύσσεται δηλαδή περισσότερο ως ένα ρομάντζο με τη φαντασία μας, παρά ως ένα συναίσθημα με συγκεκριμένο εκπληρωτέο στόχο. Στην πραγματικότητα, κανείς, ποτέ, δεν «επιστρέφει».

+ Το διεθνές συνέδριο «Ο πατριωτισμός των εκπατρισμένων. Διασπορά και εθνική συνείδηση ανάμεσα στην Ευρώπη, στη Μεσόγειο και αλλού κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα» πραγματοποιείται στις 25 και 26 Φεβρουαρίου, στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας (αίθουσα ΟΥΝΕΣΚΟ).

Διοργανωτές: Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και Πανεπιστήμιο Queen Mary, Λονδίνο.

Στην Κύπρο, οι νεκροί μιλούν πιο δυνατά

Γράφει η Κωνσταντίνα Ζάνου

«Η ΚΥΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΤΟΠΟΣ ΟΠΟΥ ΖΟΥΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ, ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΜΕ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ, ΜΙΣΘΟ
ΚΑΙ ΣΥΖΥΓΟ. ΕΝΑΣ ΤΟΠΟΣ ΟΠΟΥ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΜΙΛΑΝΕ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΑ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ. ΟΠΟΥ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ, ΜΟΝΟΝ
ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΝΑ ΜΙΛΑΝΕ, ΚΙ ΟΠΟΥ ΟΙ ΖΩΝΤΑΝΟΙ
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΚΥΒΟΥΝ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, Ν΄ ΑΚΟΥΝΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ
ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΚΟΥΝΕ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΤΑΓΕΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ».

Αυτά αναφέρει στο προοίμιο του βιβλίου του «Η ηχώ της Νεκρής Ζώνης. Οδοιπορικό στη διαιρεμένη Κύπρο» ο Ελληνοκύπριος κοινωνικός ανθρωπολόγος, αναπληρωτής καθηγητής σήμερα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Γιάννης Παπαδάκης. Με αυτά τα φαντάσματα, τα φαντάσματα του παρόντος και του παρελθόντος της Κύπρου, επιχειρεί ακριβώς να συνομιλήσει ο συγγραφέας. Το βιβλίο του αποτυπώνει τη θαρραλέα («ασεβή» ίσως για άλλους) προσπάθεια ενός ερευνητή να σηκώσει το κεφάλι του απέναντι στους νεκρούς, ν’ αναμετρηθεί με τις προσταγές τους, να τις κατανοήσει αλλά και να τις αμφισβητήσει. Αυτή η «ασέβεια» απέναντι στις μονολιθικές αλήθειες που δομούν τις σύγχρονες ταυτότητες στις δύο πλευρές της διαιρεμένης Κύπρου, είναι εξάλλου και το στοιχείο που καθιστά το βιβλίο αυτό τόσο διαφορετικό και τόσο ενδιαφέρον.
Η προσέγγιση του Παπαδάκη είναι καθαρά ανθρωπολογική, με μια ίσως ιδιοτυπία: ο συγγραφέας αποτελεί ταυτόχρονα υποκείμενο, αλλά και αντικείμενο της έρευνας. Αυτό προσδίδει στο έργο του ένα διπλό χαρακτήρα: από τη μια, αποτελεί μια επιστημονική διατριβή για τη σύγχρονη ιστορία και τη σημερινή κατάσταση της Κύπρου, από την άλλη, είναι ένα βιβλίο σχεδόν αυτοβιογραφικό. Για την ακρίβεια, η αυτοβιογραφική διάσταση αναδεικνύεται σταδιακά. Όσο ο συγγραφέας προχωρά στην έρευνά του, τόσο προβαίνει σε μια κριτική θέαση του εαυτού του, αντιλαμβανόμενος σταδιακά πως αποτελεί κι ο ίδιος προϊόν των καταστάσεων που μελετά. Είναι ξεκάθαρη, εξάλλου, η διπλή πρόθεση του Παπαδάκη. Αφενός, να επιτρέψει την ταύτιση του αναγνώστη με τα λόγια των πρωταγωνιστών και με τις ιστορίες που περιγράφονται στο βιβλίο. Αυτός είναι κι ο λόγος που οι αφηγήσεις-μαρτυρίες παρατίθενται στην κυπριακή διάλεκτο (με επεξηγηματικές αγκύλες, όπου κρίνεται απαραίτητο, για την πλήρη κατανόηση από το ελληνικό κοινό). Αφετέρου, να προκαλέσει την αποστασιοποίηση του αναγνώστη απ’ ό,τι μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσε δεδομένο και αδιαμφισβήτητα αληθές.
Το γενικότερο ύφος του βιβλίου δηλώνει, επιπλέον, την προσπάθεια του συγγραφέα ν’ απλοποιήσει όσο περισσότερο γίνεται την επιστημονική γλώσσα, για να καταστήσει το έργο του προσιτό σε ένα όσο το δυνατό ευρύτερο κοινό. Παρόλο, λοιπόν, που το βιβλίο είναι επιστημονικό (στηρίζεται μάλιστα στα αποτελέσματα της διδακτορικής διατριβής του συγγραφέα), διαβάζεται σχεδόν σαν ένα μυθιστόρημα. Αξιοπρόσεχτο, για ένα βιβλίο του είδους, είναι επίσης και το γεγονός ότι επιστρατεύει συχνά το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό για να περιγράψει καταστάσεις που για χρόνια εγκλωβίζονταν υπό το βάρος ενός «ενδύματος σοβαρότητας», το οποίο και εμπόδιζε την οποιαδήποτε κριτική διάθεση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας: «Ο λόγος για το Κυπριακό έπρεπε να συνοδεύεται από πικρά δάκρυα. Το χαμόγελο, πόσο μάλλον ο αυτοσαρκασμός, ήταν απολύτως ανάρμοστη εκδήλωση» (σ. 264).
Αν κρίνουμε μόνο από τις πωλήσεις της πρωτότυπης αγγλικής έκδοσης του βιβλίου, το εγχείρημα του Παπαδάκη φαίνεται επιτυχημένο. Όντως, το βιβλίο, αν και εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα (Tauris, 2005), αποτελεί ήδη ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα για την Κύπρο. Είναι ευτύχημα λοιπόν που μεταφράστηκε και κυκλοφορεί επιτέλους και στα ελληνικά. Επιπλέον, η σχεδόν ταυτόχρονη έκδοσή του στα τουρκικά, το καθιστά ένα από τα σπάνια βιβλία του είδους, που υπάρχουν και στις τρεις γλώσσες.
Περί τίνος πρόκειται λοιπόν; Όπως μαρτυρεί κι ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου, πρόκειται για ένα οδοιπορικό, ένα ταξίδι του συγγραφέα δια μέσου της Νεκρής Ζώνης που διαχωρίζει στα δύο το νησί και τους ανθρώπους του. Είναι όμως παράλληλα κι ένα ταξίδι εσωτερικό, μια διανοητική πορεία που διασχίζει τη «Ζώνη των Νεκρών», τη ζώνη δηλαδή της ιστορίας. Η έρευνα του Παπαδάκη ξεκινάει από μια γειτονιά εντός των τειχών της ελεύθερης Λευκωσίας, η οποία κατοικούνταν παλιότερα από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Ο συγγραφέας συλλέγει πληροφορίες και παραθέτει τις αφηγήσεις των Ελληνοκυπρίων πια μονάχα κατοίκων της γειτονιάς. Σκοπός του είναι κυρίως να κατανοήσει πώς αυτοί οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ιστορία και την ταυτότητά τους, αλλά και πώς θυμούνται την συμβίωση με τους Τουρκοκύπριους γείτονές τους. Οι προσωπικές αυτές αφηγήσεις διασταυρώνονται και συγκρίνονται με την επίσημη εκδοχή της ιστορίας, έτσι όπως οι Ελληνοκύπριοι της γενιάς του Παπαδάκη (όσοι γεννήθηκαν δηλαδή λίγο πριν ή λίγο μετά την τουρκική εισβολή) την έχουν βιώσει δια μέσου των σχολικών εγχειριδίων, των χαρτών, των μουσείων, των εθνικών επετείων και του δημόσιου πολιτικού και άλλου λόγου.
Στη συνέχεια, ο ερευνητής-συγγραφέας περνάει στην άλλη πλευρά της Νεκρής Ζώνης (της λεγόμενης και «Πράσινης Γραμμής») για ν’ αναζητήσει πρωταρχικά τους Τουρκοκύπριους πρώην κατοίκους της ίδιας γειτονιάς και να δει πώς αυτοί θυμούνται τη συμβίωσή τους με τους Ελληνοκύπριους, αλλά και για να διερευνήσει τον τρόπο που συνολικά η τουρκοκυπριακή κοινότητα, σε επίσημο και ανεπίσημο επίπεδο, αντιλαμβάνεται το παρόν και το παρελθόν της. Πρέπει να σημειωθεί πως το 1991, όταν ο Παπαδάκης κατάφερε να εξασφαλίσει την έστω μηνιαία άδεια από το καθεστώς Ντενκτάς για να διεξαγάγει την έρευνά του, ήταν από τους ελάχιστους Ελληνοκύπριους που περνούσαν απέναντι.
Εκεί είναι λοιπόν που ο συγγραφέας, και μαζί του ο αναγνώστης, θα έρθει αντιμέτωπος με νέες αποκαλύψεις. Αποκαλύψεις που ενίοτε ενοχλούν και οπωσδήποτε ανοίγουν δύσκολα ερωτήματα. Θα ανακαλύψει πως οι αλήθειες της κάθε κοινότητας, η μνήμη και η λήθη της, κάθε άλλο παρά συναντιούνται. Πως οι ίδιες λέξεις έχουν διαφορετικό νόημα σε κάθε πλευρά. Πως, νότια και βόρεια της Νεκρής Ζώνης, ακόμα κι η αντίληψη του χωροχρόνου έχει δομηθεί διαφορετικά. Ταυτόχρονα όμως, θα συνειδητοποιήσει και τα κοινά στοιχεία ανάμεσα σ’ αυτές τις διαφορετικότητες: στο πώς η κάθε κοινότητα μεταχειρίστηκε τις ίδιες πρακτικές (λ.χ. Μουσεία «Εθνικού Αγώνα», εθνικο-γεωγραφικοί χάρτες, σχέση με τις «μητέρες-πατρίδες», το δίπτυχο «αληθινός ο δικός μας πόνος–προπαγάνδα ο πόνος των άλλων» κ.ο.κ.) για να εμπεδώσει δύο αποκλίνουσες αλήθειες.
Θα έρθει αντιμέτωπος ακόμα με το γεγονός πως δεν υπάρχει μόνο μια Νεκρή Ζώνη που διαχωρίζει Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, αλλά πολλές Νεκρές Ζώνες, που διαχωρίζουν με τον ίδιο τρόπο Ελληνοκύπριους από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους από Τουρκοκύπριους. Θα ανακαλύψει, τέλος, πως η αλήθεια δεν είναι μόνο μία, δεν είναι ούτε καν δύο: οι αλήθειες είναι πολλές, αλήθειες που ακούγονται φωναχτά κι άλλες που ψιθυρίζονται, που είναι διαφορετικές, όχι μόνο από τη μια στην άλλη πλευρά της Νεκρής Ζώνης, αλλά και στο εσωτερικό των ίδιων των κοινοτήτων. Ο συγγραφέας μας φέρνει, εν τέλει, αντιμέτωπους με τις αλήθειες τις δικές μας και με τις αλήθειες των άλλων, χωρίς να προσπαθεί να μας πείσει για καμιά από αυτές, αλλά καλώντας μας, αντίθετα, να σταθούμε κριτικά απέναντι σε όλες.

Η Νεκρή Ζώνη, η Λευκωσία /Lefkosha και τα απόβλητα

«Οι χάρτες ήτα πάντα ελλιπείς. Η άλλη πλευρά σβηνόταν πάντοτε, έτσι ήταν δύσκολο να βρει κανείς χάρτη ολόκληρης της Λευκωσίας /Lefkosha, εκτός από έναν που δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Κατά την επίσημη εκδοχή, οι Ελληνοκύπριοι ζούσαν σε μια διαιρεμένη πόλη, στη διαιρεμένη Λευκωσία. Επίσημα, οι Τουρκοκύπριοι ζούσαν σε μιαν ολόκληρη πόλη, την Lefkosha. Το τι υπήρχε δίπλα τους δεν είχε σημασία, ήταν η πρωτεύουσα μιας άλλης χώρας […] Και στους χάρτες αποτυπωνόταν η θλιβερή ιστορία της Λευκωσίας: πώς από Lefkosha και Λευκωσία μετατράπηκε σε Lefkosha ή Λευκωσία […]
Μόνον ένας χάρτης της Λευκωσίας /Lefkosha ήταν κοινής αποδοχής: ο χάρτης του αποχετευτικού συστήματος. Το αποχετευτικό σύστημα της πρωτεύουσας ήταν το πιο εύγλωττο παράδειγμα δικοινοτικής συνεργασίας στην Κύπρο. Ήταν το μεγαλύτερο, το παλαιότερο και το πιο επιτυχημένο δικοινοτικό έργο. Οι δράσεις εκκαθάρισης αυτήν τη φορά έφερναν τις δύο κοινότητες πιο κοντά, αν και ήταν προφανώς διαφορετικές από τις συνήθεις πράξεις εκκαθάρισης των δύο κοινοτήτων […] Αφού ολοκληρώθηκε το έργο, δημοσιεύτηκε μια γελοιογραφία στον ελληνοκυπριακό Τύπο. Έδειχνε τους δύο χαμογελαστούς δημάρχους, με κατεβασμένα τα παντελόνια, να κάθονται σε αντικριστές τουαλέτες και να τραβούν μαζί το κοινό καζανάκι»


Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Παπαδάκη, Η ηχώ της Νεκρής Ζώνης. Οδοιπορικό στη διαιρεμένη Κύπρο, εκδ. Scripta, 2009 (σ. 252-255).

Η κ. Κωνσταντίνα Ζάνου είναι ιστορικός, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

"ΤΑ ΝΕΑ", Σάββατο, 2 Μαΐου 2009 (αναδημοσιεύτηκε στην εφ."Ο ΠΟΛΙΤΗΣ" στις 24/5/2009)

Πώς "τραγουδούμε το νησί μας";

Της Κωνσταντίνας Ζάνου

Παρακολουθήσαμε τις προάλλες (11 Σεπτεμβρίου, Τάφρος Ντ 'Αβίλα, Λευκωσία) τη μουσική παράσταση "Τραγουδώ το νησί μου", μια καλλιτεχνική υπερπαραγωγή που φιλοδοξεί, όπως αναφέρεται στο πρόγραμμα, να αναπαραστήσει την ιστορία της Μεγαλονήσου. Ο εμπνευστής του πολυθεάματος, συνθέτης Γιώργος Θεοφάνους, συνέλεξε και μελοποίησε ένα ποτ-πουρί κυπριακών ποιητικών κειμένων, που κατά την άποψή του σκιαγραφούν την ιστορία της Κύπρου από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Το όλο εγχείρημα υποστηρίχθηκε από σημαντικές φωνές του ελληνικού τραγουδιού (Μαρινέλλα, Αντώνης Ρέμος, Πέτρος Γαϊτάνος) και από άλλους νεότερους συντελεστές, από ζωντανή ορχήστρα και πολυμελή χορωδία, από δεκάδες χορευτές/ ηθοποιούς που, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Γιάννη Κακλέα, εικονογραφούσαν επί σκηνής τους στίχους των τραγουδιών (ντυμένοι άλλοτε ως εξωγήινοι, άλλοτε ως Κύπριοι χωρικοί, πρόσφυγες ή αγωνιστές), από ένα σκηνικό εν είδει λαϊκής αθηναϊκής πίστας συνοδευόμενο με τα απαραίτητα οπτικά εφφέ (καπνοί, φωτιζόμενα σκαλοπάτια, φωτορυθμικοί προβολείς, κτλ.), όπως και από ένα υπερσύγχρονο εξοπλισμό ψηφιακών πολυμέσων που πρόβαλλαν σε γιγαντοοθόνες επιλεγμένες σκηνές από την κυπριακή ιστορία που κατά τον εμπνευστή συνδέονταν με τα πεπραγμένα επί σκηνής. Το όλο "Γιουροβιζιονικό" θέαμα εξελίχθηκε μπροστά στα μάτια 5000 περίπου θεατών. Άλλοι τόσοι θα το παρακολουθήσουν πιθανώς στις δύο προγραμματισμένες παραστάσεις του στο Ηρώδειο και ακόμα περισσότεροι ίσως από τους τηλεοπτικούς τους δέκτες όταν αυτό μεταδοθεί.
Η παράσταση ανήκει στην κατηγορία των θεαμάτων που αναπαράγουν ιστορικό αφήγημα στη δημόσια σφαίρα, θα ήθελα να σχολιάσω το νοηματικό της πλαίσιο. Είδαμε και άλλοτε τέτοιου είδους μεγάλα ιστορικά αφηγήματα: για παράδειγμα στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, αλλά και σε αυτήν του Πεκίνου. Αν και τα μεγέθη είναι ασύγκριτα, η λογική παραμένει η ίδια: μέσα σε 2-3 ώρες ξετυλίγεται με τρόπο συμβολικό όλο το νήμα της παγκόσμιας ή της εθνικής ιστορίας, ή ακόμα και των δύο. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ιστορία λειτουργεί ως ατραξιόν, ως ένα προϊόν προς μαζική κατανάλωση. Και ως τέτοιο πρέπει να ακολουθεί τους κανόνες της αγοράς και της διαφήμισης: πρέπει να μιλάει με τρόπο άμεσο, με σύμβολα ευρέως διαδεδομένα και ευδιάκριτα στην ιστορική συλλογική μνήμη. Κυρίως όμως πρέπει να διακινεί συναίσθημα. Επιπλέον, η δημόσια αφήγηση της ιστορίας προϋποθέτει, περισσότερο από κάθε άλλη μορφή ιστορικής αφήγησης, μια διαδικασία επιλογής και αφαίρεσης, ούτως ώστε το προϊόν να ανταποκρίνεται απόλυτα στις ανάγκες της μαζικής τέρψης. Ας δούμε λοιπόν πως επεξεργάστηκε αυτά τα θέματα ο κ. Θεοφάνους:
Α. Κατ'αρχάς, η επιλογή. Τα 40 κείμενα που επιλέχθηκαν να παρουσιαστούν φέρονται ως αντιπροσωπευτικά δείγματα της κυπριακής διαχρονικής λογοτεχνικής παραγωγής και ιστορίας. Εκτός από ένα, όλα τα ποιήματα είναι ελληνοκυπριακής αποκλειστικά προέλευσης. Η τουρκοκυπριακή λογοτεχνική δημιουργία συρρικνώνεται σε ένα και μοναδικό ποίημα που παρουσιάζεται ως άλλοθι στο τέλος της παράστασης. Με άλλα λόγια, η ιστορία και η πολιτισμική ταυτότητα της Κύπρου παρουσιάζονται από την εν λόγω παράσταση ως αμιγώς και αποκλειστικά ελληνικές και ο όρος "Κύπριος" εξομοιώνεται με τον όρο "Ελληνοκύπριος".
Β. Όλα σχεδόν τα κείμενα επιστρατεύτηκαν για να εξυπηρετήσουν τον κεντρικό αφηγηματικό άξονα της παράστασης, ακόμα και ποιήματα που είχαν εντελώς διαφορετικό ιδεολογικό υπόβαθρο και ήταν άσχετα με τα γεγονότα που σκιαγραφούνταν. Οι αναχρονισμοί και οι μεταποιήσεις νοήματος έγιναν με δυο τρόπους:
1) με τη μελοποίηση και ειδικότερα με την επανάληψη κάποιων στίχων που, αποσπασμένοι από το υπόλοιπο νοηματικό πλαίσιο του ποιήματος, τραγουδιόνταν συνέχεια ως ρεφρέν ή τονίζονταν μέσω της πρόζας, αποκτώντας συχνά και ένα αμφιλεγόμενο πολιτικο-ιστορικό νόημα (π.χ. το δίστιχο "Μην μου τ' αποσυνθέτετε αυτά, μη/ όλα τ' αγάπησα γραμμή" από ποίημα του Κώστα Μόντη, που επαναλαμβανόταν συνέχεια με ιδιαίτερη έμφαση στη λέξη "γραμμή", η επανάληψη με μαχητικό ύφος της λέξης "δηλώνω!" στη μελοποίηση του ποιήματος του Πάμπου Κουζάλη "Τελωνείο", ή το τρίστιχο "Αξιότιμον Ελληνικόν Κυπριακόν λαόν / Οδόν Ελευθερίας ή θανάτου / χωριά και πόλεις, Κύπρον" από ποίημα του Γιάννη Κ. Παπαδόπουλου, που απαγγελλόταν με ύφος εθνικού διαγγέλματος από την Μαρινέλλα),
2) με την παρανόηση του συνόλου του ποιήματος και την παρουσίασή του συνοδεία κινηματογραφικών ιστορικών ντοκουμέντων ή σκηνικών δρωμένων που δεν είχαν καμία σχέση με το νόημα και τις επιδιώξεις του κειμένου (π.χ. το προσωπικού-υπαρξιακού περιεχομένου ποίημα της Ντίνας Κατσούρη "Η Σιωπή" τραγουδήθηκε συνοδεία κινηματογραφικών σκηνών από τον πόλεμο και την προσφυγιά, ενώ το κοινωνικού-επαναστατικού περιεχομένου ποίημα του Φοίβου Σταυρίδη "Πάτερ ημών" τραγουδήθηκε υπό μορφή βυζαντινού ύμνου από τον Γαϊτάνο και συνοδεύτηκε από ένα σκηνικό δρώμενο που παρέπεμπε σε εσωτερικό εκκλησίας). Για χάρη, επομένως, του κεντρικού ιστορικού εθνικο-ελληνοκεντρικού αφηγήματος της παράστασης αποσιωπήθηκαν, αφαιρέθηκαν και παραποιήθηκαν όλα τα θεωρούμενα ως περιττά και ασύνδετα στοιχεία.
Γ. Δυο λόγια, τέλος, και για τα συναισθήματα που διακίνησε η αφηγηματική αυτή παρουσίαση της ιστορίας της Κύπρου. Οι δραματικές σκηνές από την (ελληνοκυπριακή, επαναλαμβάνω, μόνο) προσφυγιά, οι σκηνές από τα βασανιστήρια, τις φυλακίσεις, τις σφαγές και τις λεηλασίες και οι φωτογραφίες των Ελληνοκύπριων αγνοουμένων που προβάλλονταν κατά συρροή από τις γιγαντοοθόνες δεν μπορούσαν παρά να μας ξυπνήσουν αισθήματα πίκρας, θυμού, ακόμα και μίσους. Οποιαδήποτε προσπάθεια επεξεργασίας του τραύματος και επούλωσής του καταπνίγεται στο συνεχώς επαναπροβαλλόμενο μπροστά μας σύνθημα: "Τίποτα δεν ξεχνώ. Δεν ξεχνιέται τίποτα". Καταδικασμένοι σε μια αιώνια αναβίωση του αξεπέραστου τραύματος, δεν έχουμε καμία δυνατότητα συνδιαλλαγής και συμφιλίωσης μαζί του. Ανίκανοι να ξεπεράσουμε, λοιπόν, το τραυματικό μας παρελθόν, βαδίζουμε με την ίδια ανασφάλεια και με τον ίδιο φόβο προς το μέλλον. Αυτό ήταν, κατά τη γνώμη μου, και το καταληκτικό μήνυμα της παράστασης, που μεταφέροντας ένα στίχο του Τεύκρου Ανθία στα συμφραζόμενα της σύγχρονης ιστορικής κατάστασης, μας αποχαιρέτησε με τα εξής λόγια: "Και μένω με το στήθος έτοιμο/ για νέα χτυπήματα και χάδια!".
Ο κ. Θεοφάνους είναι ένας αρκετά δημοφιλής και επιτυχημένος καλλιτέχνης. Δεν θα παρήγαγε εύκολα ένα αντιεμπορικό προϊόν. Μέτοχος ή όχι των ιδεών που μας παρουσίασε, απέδειξε για άλλη μια φορά ότι κατέχει άριστα τους επικοινωνιακούς κώδικες της μαζικής κουλτούρας. Διότι, δυστυχώς, τα μηνύματα της παράστασής του δεν αντανακλούν κάποιες περιθωριακές, μη- αποδεκτές και μη-εξαγώγιμες απόψεις για την ιστορία της Κύπρου. Αντίθετα, καθρεφτίζουν την παγιωμένη ιστορική αντίληψη της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνοκυπριακού και ίσως του ελληνικού ακόμα κοινού, τις ιστορικές αναλύσεις που ακούγονται καθημερινά στα τηλεπαράθυρα, τους κεντρικούς άξονες της ιστορίας που διδάσκεται στα σχολεία μας κ.ο.κ. Με λίγα λόγια, η κυπριακή ιστορία που είδαμε να μας αφηγείται ο κ. Θεοφάνους δεν αποτελεί άλλο παρά μια σύνοψη του κυρίαρχου ελληνοκυπριακού δημόσιου ιστορικού λόγου, της συλλογικής μας εθνικής ιστορικής φαντασίωσης. Έτσι ακριβώς "τραγουδούμε το νησί μας". Μήπως είναι καιρός να αλλάξουμε σκοπό;

* Η Κωνσταντίνα Ζάνου είναι διδάκτωρ ιστορίας

«Ο ΠΟΛΙΤΗΣ» - 21/09/2008, σ. 17